{η}  επιμονή Subst.  [epimoni, epimonh]

{die}    Subst.
(189)
{die}    Subst.
(103)
{die}    Subst.
(7)

Buchtip (Anzeige)

Etymologie zu επιμονή

επιμονή altgriechisch ἐπιμονή ἐπιμένω ἐπί + μένω


GriechischDeutsch
Ποιες λειτουργίες θα προσθέσουν το Calf το έτος του φιδιού; Χαρακτηριστικό σημείο αποτελείται από επιμονή και επιμονή.Welche Funktionen werden ein Kalb das Jahr der Schlange hinzufügen? Charakteristisches Zeichen besteht aus Ausdauer und Beharrlichkeit.

Übersetzung nicht bestätigt

Και το έκανε με επιμονή άρχισα να εισέλθει σε μια κατάσταση της συνείδησης της εσωτερικής ειρήνης και πνευματικής ισορροπίας.Und hat so mit Beharrlichkeit begann ich, um einen Zustand des Bewusstseins der inneren Ruhe und seelisches Gleichgewicht geben.

Übersetzung nicht bestätigt

Αλλά δεν ήταν διατεθειμένοι να εγκαταλείψουν και, τέλος, η επιμονή μας έχει αποδώσει καρπούς.Aber wir waren nicht bereit, aufzugeben und schließlich unsere Beharrlichkeit hat sich ausgezahlt.

Übersetzung nicht bestätigt

Η επιμονή των αγίων αναφέρεται στην ιδέα ότι κάποιος που έχει εκλεγεί από τον Θεό θα επιμένει στην πίστη και ποτέ δεν θα αρνηθεί το Χριστό ή θα φύγει μακριά Του.Beharrlichkeit der Heiligen nimmt Bezug auf das Konzept, dass eine Person, die von Gott erwählt ist, im Glauben beharrlich sein wird und niemals Christus verleugnen oder sich von Ihm abwenden wird.

Übersetzung nicht bestätigt

Η διατροφή και τρόπο ζωής αλλαγές παραπάνω είναι εξαιρετική σπίτι διορθωτικά μέτρα, αλλά παίρνουν χρόνο, αφοσίωση και επιμονή, πριν να αντιμετωπίσετε τις πραγματικές αλλαγές.Die Ernährung und Lebensstil Änderungen, die oben genannten sind exzellente Hausmittel, aber sie nehmen Zeit, Hingabe und Beharrlichkeit, bevor Sie reale Veränderungen erleben werden.

Übersetzung nicht bestätigt





Griechische Definition zu επιμονή

επιμονή η [epimoní] : ιδιότητα του ατόμου, το οποίο συνεχίζει να κάνει, να επιδιώκει, να υποστηρίζει κτ. παρά τις δυσκολίες, τις αντιρρήσεις κτλ. που αντιμετωπίζει· (πρβ. εμμονή): Mε την επιμονή και την υπομονή ο άνθρωπος πετυχαίνει τα πάντα. H επιμονή του να την παντρευτεί τον οδήγησε σε ρήξη με την οικογένειά του. || (επέκτ.) πείσμα: M΄ έχει εκνευρίσει με την επιμονή του.

[λόγ.(;) < ελνστ. ἐπιμονή, αρχ. σημ.: `σταθερότητα΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback