{η}  ενάσκηση  Subst.  [enaskisi, enaskhsh]

{die}    Subst.
(0)

Etymologie zu ενάσκηση

ενάσκηση ενασκώ + -ση


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu ενάσκηση

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu ενάσκηση

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu ενάσκηση

Noch keine deutschen Synonyme




Griechische Definition zu ενάσκηση

ενάσκηση η [enáskisi] : (λόγ.) η ενέργεια του ενασκώ· άσκηση, εκτέλεση: ενάσκηση καθήκοντος. || χρήση: ενάσκηση δικαιώματος.

[λόγ. < μσν. ενάσκησις `εξάσκηση΄ < ενασκη- (ενασκώ) -σις > -ση κατά τη σημερ. σημ. της λ. ενασκώ]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback