εισάγω  Verb  [isago, isaro, eisagw]

Ähnliche Bedeutung wie εισάγω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze εισάγω

... σε 60 δεύτερα ή δευτερόλεπτα (60'). Το σύμβολο της μοίρας/βαθμού στο Ελληνικό πληκτρολόγιο εισάγεται με τον συνδυασμό πλήκτρων Alt Gr+0 ή Ctrl+Alt+0. ...

... κατευθύνθηκε σε μία «τυποποίηση» της μουσικής, με τη μαθηματική έννοια του όρου, εισάγοντας τον όρο «στοχαστική μουσική». Με τον όρο αυτό εννοούσε σε γενικές γραμμές ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze eingeben

... Testentwickler ein Framework implementieren, um Keywords wie „Prüfen“ oder „Eingeben“ bereitzustellen. Ein bekanntes Open-Source-Framework ist das Framework ...

... Shift-Taste den entsprechenden Großbuchstaben eingeben. Außerdem kann man verschiedene Sonderzeichen eingeben, die den Nummerntasten des alphanumerischen ...

... Unter Windows lässt sich das Zeichen per Tastenkombination Alt + 156 eingeben. Mac-OS-X-Benutzer geben das Zeichen mit Alt + Shift + 4 ein, auf einigen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΕΙΣΑΓΩ
I introduce
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εισάγωεισάγουμε, εισάγομεεισάγομαιεισαγόμαστε
εισάγειςεισάγετεεισάγεσαιεισάγεστε, εισαγόσαστε
εισάγειεισάγουν(ε)εισάγεταιεισάγονται
Imper
fekt
εισήγαεισήγαμεεισαγόμουν(α)εισαγόμαστε
εισήγεςεισήγατεεισαγόσουν(α)εισαγόσαστε
εισήγεεισήγανεισαγόταν(ε)εισάγονταν
Aoristεισήγαγαεισηγάγαμε(εισάχθηκα)(εισαχθήκαμε)
εισήγαγεςεισηγάγατε(εισάχθηκες)(εισαχθήκατε)
εισήγαγεεισήγαγαν(εισάχθηκε) εισήχθη(εισάχθηκαν) εισήχθησαν
Per
fect
έχω εισαγάγειέχουμε εισαγάγειέχω εισαχθείέχουμε εισαχθεί
έχεις εισαγάγειέχετε εισαγάγειέχεις εισαχθείέχετε εισαχθεί
έχει εισαγάγειέχουν εισαγάγειέχει εισαχθείέχουν εισαχθεί
Plu
per
fect
είχα εισαγάγειείχαμε εισαγάγειείχα εισαχθείείχαμε εισαχθεί
είχες εισαγάγειείχατε εισαγάγειείχες εισαχθείείχατε εισαχθεί
είχε εισαγάγειείχαν εισαγάγειείχε εισαχθείείχαν εισαχθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εισάγωθα εισάγουμε, θα εισάγομεθα εισάγομαιθα εισαγόμαστε
θα εισάγειςθα εισάγετεθα εισάγεσαιθα εισάγεστε, θα εισαγόσαστε
θα εισάγειθα εισάγουν(ε)θα εισάγεταιθα εισάγονται
Fut
ur
θα εισηγάγωθα εισηγάγουμε, θα εισηγάγομεθα εισαχθώθα εισαχθούμε
θα εισαγάγειςθα εισηγάγετεθα εισαχθείςθα εισαχθείτε
θα εισαγάγειθα εισηγάγουν(ε)θα εισαχθείθα εισαχθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εισαγάγειθα έχουμε εισαγάγειθα έχω εισαχθείθα έχουμε εισαχθεί
θα έχεις εισαγάγειθα έχετε εισαγάγειθα έχεις εισαχθείθα έχετε εισαχθεί
θα έχει εισαγάγειθα έχουν εισαγάγειθα έχει εισαχθείθα έχουν εισαχθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εισάγωνα εισάγουμε, να εισάγομενα εισάγομαινα εισαγόμαστε
να εισάγειςνα εισάγετενα εισάγεσαινα εισάγεστε, να εισαγόσαστε
να εισάγεινα εισάγουν(ε)να εισάγεταινα εισάγονται
Aoristνα εισηγάγωνα εισηγάγουμε, να εισηγάγομενα εισαχθώνα εισαχθούμε
να εισαγάγειςνα εισηγάγετενα εισαχθείςνα εισαχθείτε
να εισαγάγεινα εισηγάγουν(ε)να εισαχθείνα εισαχθούν(ε)
Perfνα έχω εισαγάγεινα έχουμε εισαγάγεινα έχω εισαχθείνα έχουμε εισαχθεί
να έχεις εισαγάγεινα έχετε εισαγάγεινα έχεις εισαχθείνα έχετε εισαχθεί
να έχει εισαγάγεινα έχουν εισαγάγεινα έχει εισαχθείνα έχουν εισαχθεί
Imper
ativ
Presεισάγετεεισάγεστε
Aoristεισαγάγετεεισαχθείτε
Part
izip
Presεισάγονταςεισαγόμενος
Perfέχοντας εισαγάγει(εισαγμένος, -η, -ο)(εισαγμένοι, -ες, -α)
InfinAoristεισαγάγειεισαχθεί












Griechische Definition zu εισάγω

εισάγω [isáγo] -ομαι Ρ πρτ. εισήγα, αόρ. εισήγαγα, απαρέμφ. εισαγάγει, παθ. αόρ. εισάχθηκα και εισήχθηκα, γ' πρόσ. (λόγ.) και εισήχθη, εισήχθησαν, απαρέμφ. εισαχθεί, μππ. εισηγμένος* : 1. (για οικονομικά αγαθά, προϊόντα, εμπορεύματα κτλ.) φέρνω κτ. από άλλο κράτος στο δικό μου, κάνω εισαγωγή προϊόντος κτλ. ANT εξάγω: H χώρα μας εισάγει πετρέλαιο από τις αραβικές χώρες. Tο προηγούμενο έτος η εταιρεία μας εισήγαγε δέκα χιλιάδες ηλεκτρικές συσκευές. Tο προηγούμενο εξάμηνο εισήχθησαν δέκα χιλιάδες αυτοκίνητα. Εισαγόμενα είδη / προϊόντα και ως ουσ. τα εισαγόμενα. || εισάγω μετοχές στο χρηματιστήριο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu εισάγω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15