δουλεύω  Verb  [dulevo, thulevo, doyleyw]


Beispielsätze δουλεύω

... Δε δουλεύω τη Δευτέρα. ...

... Προς το παρόν δουλεύω στην Αθήνα, αλλά του χρόνου θα πάω στο Βερολίνο. ...

... Από τότε που παντρεύτηκα δεν δουλεύω πια. ...

Quelle: enteka, enteka, enteka


Beispielsätze ich arbeite

... Auch ich arbeite für die Menschheit, sagte der Zensor. ...

... Vielleicht bin ich verrückt, aber ich arbeite viel. ...

... Ich bin Lehrer, ich arbeite an einem Gymnasium. ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern, ruth_tatoeba

Grammatik


ΔΟΥΛΕΥΩ
I work
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
δουλεύωδουλεύουμε, δουλεύομεδουλεύομαιδουλευόμαστε
δουλεύειςδουλεύετεδουλεύεσαιδουλεύεστε, δουλευόσαστε
δουλεύειδουλεύουν(ε)δουλεύεταιδουλεύονται
Imper
fekt
δούλευαδουλεύαμεδουλευόμουν(α)δουλευόμαστε, δουλευόμασταν
δούλευεςδουλεύατεδουλευόσουν(α)δουλευόσαστε, δουλευόσασταν
δούλευεδούλευαν, δουλεύαν(ε)δουλευότανεδουλεύονταν, δουλευόντανε, δουλευόντουσαν
Aoristδούλεψαδουλέψαμεδουλεύτηκαδουλευτήκαμε
δούλεψεςδουλέψατεδουλεύτηκεςδουλευτήκατε
δούλεψεδούλεψαν, δουλέψαν(ε)δουλεύτηκεδουλεύτηκαν, δουλευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω δουλέψει
έχω δουλεμένο
έχουμε δουλέψει
έχουμε δουλεμένο
έχω δουλευτεί
είμαι δουλεμένος, -η
έχουμε δουλευτεί
είμαστε δουλεμένοι, -ες
έχεις δουλέψει
έχεις δουλεμένο
έχετε δουλέψει
έχετε δουλεμένο
έχεις δουλευτεί
είσαι δουλεμένος, -η
έχετε δουλευτεί
είστε δουλεμένοι, -ες
έχει δουλέψει
έχει δουλεμένο
έχουν δουλέψει
έχουν δουλεμένο
έχει δουλευτεί
είναι δουλεμένος, -η, -ο
έχουν δουλευτεί
είναι δουλεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα δουλέψει
είχα δουλεμένο
είχαμε δουλέψει
είχαμε δουλεμένο
είχα δουλευτεί
ήμουν δουλεμένος, -η
είχαμε δουλευτεί
ήμαστε δουλεμένοι, -ες
είχες δουλέψει
είχες δουλεμένο
είχατε δουλέψει
είχατε δουλεμένο
είχες δουλευτεί
ήσουν δουλεμένος, -η
είχατε δουλευτεί
ήσαστε δουλεμένοι, -ες
είχε δουλέψει
είχε δουλεμένο
είχαν δουλέψει
είχαν δουλεμένο
είχε δουλευτεί
ήταν δουλεμένος, -η, -ο
είχαν δουλευτεί
ήταν δουλεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα δουλεύωθα δουλεύουμε, θα δουλεύομεθα δουλεύομαιθα δουλευόμαστε
θα δουλεύειςθα δουλεύετεθα δουλεύεσαιθα δουλεύεστε, θα δουλευόσαστε
θα δουλεύειθα δουλεύουν(ε)θα δουλεύεταιθα δουλεύονται
Fut
ur
θα δουλέψωθα δουλέψουμε, θα δουλέψομεθα δουλευτώθα δουλευτούμε
θα δουλέψειςθα δουλέψετεθα δουλευτείςθα δουλευτείτε
θα δουλέψειθα δουλέψουν(ε)θα δουλευτείθα δουλευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω δουλέψει
θα έχω δουλεμένο
θα έχουμε δουλέψει
θα έχουμε δουλεμένο
θα έχω δουλευτεί
θα είμαι δουλεμένος, -η
θα έχουμε δουλευτεί
θα είμαστε δουλεμένοι, -ες
θα έχεις δουλέψει
θα έχεις δουλεμένο
θα έχετε δουλέψει
θα έχετε δουλεμένο
θα έχεις δουλευτεί
θα είσαι δουλεμένος, -η
θα έχετε δουλευτεί
θα είστε δουλεμένοι, -ες
θα έχει δουλέψει
θα έχει δουλεμένο
θα έχουν δουλέψει
θα έχουν δουλεμένο
θα έχει δουλευτεί
θα είναι δουλεμένος, -η, -ο
θα έχουν δουλευτεί
θα είναι δουλεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να δουλεύωνα δουλεύουμενα δουλεύομαινα δουλευόμαστε
να δουλεύειςνα δουλεύετενα δουλεύεσαινα δουλεύεστε, να δουλευόσαστε
να δουλεύεινα δουλεύουννα δουλεύεταινα δουλεύονται
Aoristνα δουλέψωνα δουλέψουμενα δουλευτώνα δουλευτούμε
να δουλέψειςνα δουλέψετενα δουλευτείςνα δουλευτείτε
να δουλέψεινα δουλέψουννα δουλευτείνα δουλευτούν(ε)
Perfνα έχω δουλέψει
να έχω δουλεμένο
να έχουμε δουλέψει
να έχουμε δουλεμένο
να έχω δουλευτεί
να είμαι δουλεμένος, -η
να έχουμε δουλευτεί
να είμαστε δουλεμένοι, -ες
να έχεις δουλέψει
να έχεις δουλεμένο
να έχετε δουλέψει
να έχετε δουλεμένο
να έχεις δουλευτεί
να είσαι δουλεμένος, -η
να έχετε δουλευτεί
να είστε δουλεμένοι, -ες
να έχει δουλέψει
να έχει δουλεμένο
να έχουν δουλέψει
να έχουν δουλεμένο
να έχει δουλευτεί
να είναι δουλεμένος, -η, -ο
να έχουν δουλευτεί
να είναι δουλεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδούλευεδουλεύετεδουλεύεστε
Aoristδούλεψεδουλέψτε, δουλεύτεδουλέψουδουλευτείτε
Part
izip
Presδουλεύοντας
Perfέχοντας δουλέψει, έχοντας δουλεμένοδουλεμένος, -η, -οδουλεμένοι, -ες, -α
InfinAoristδουλέψειδουλευτεί





Person Wortform
Präsens ich foppe
du foppst
er, sie, es foppt
Präteritum ich foppte
Konjunktiv II ich foppte
Imperativ Singular fopp!
foppe!
Plural foppt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gefoppt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:foppen


Griechische Definition zu δουλεύω

δουλεύω [δulévo] -ομαι : 1. κάνω μια δουλειά, ασκώ μια χειρωνακτική ή πνευματική δραστηριότητα, συνήθ. με βάση ένα πρόγραμμα, για να πετύχω κάποιο αποτέλεσμα· εργάζομαι: δουλεύω με / χωρίς μισθό. Πρέπει να δουλέψεις πολύ για να πετύχεις. ΠAΡ Δούλευε να τρως / δούλεψε να φας και κλέψε να ΄χεις, για να δηλώσουμε ότι τα πολλά λεφτά τα αποκτά κανείς, κατά κανόνα, με παράνομο τρόπο. α. ασκώ ένα επάγγελμα, εργάζομαι βιοποριστικά: δουλεύω στο δημόσιο / στην Ελλάδα / από μικρό παιδί. Δουλεύει για το ραδιόφωνο / για τον (τάδε), για λογαριασμό του. Δουλεύει ως καθηγητής. Δε δουλεύει, είναι άνεργος. (έκφρ.) δουλεύω μεροκάματο, εργάζομαι και πληρώνομαι με βάση το μεροκάματο. δουλεύει σαν μηχανή*. β1. δουλεύω κπ., εργάζομαι με πληρωμή στην υπηρεσία κάποιου: Tους δούλεψα δύο χρόνια. β2. δουλεύω για κπ. / για κτ., αφιερώνω τις δυνάμεις μου στην υπηρεσία κάποιου, λειτουργώ προς όφελος κάποιου: Δουλεύει για ένα καλύτερο μέλλον / για την ειρήνη. Δουλεύει για τον εχθρό. ΦΡ ο χρόνος* δουλεύει για κπ. κοιμάται και η τύχη του δουλεύει, για κπ. πολύ τυχερό που πετυχαίνει κτ. χωρίς να καταβάλει καμιά προσπάθεια. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu δουλεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15