διατάζω  Verb  [diatazo, thiatazo, diatazw]

Ähnliche Bedeutung wie διατάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διατάζω

... την προέλευσή του, με τον αρχαιοελληνικό όρο εθνάρχης ο οποίος αποτελεί σύνθετη λέξη προερχόμενη από τις έθνος, ο « λαός », και άρχειν, « διατάζω ». ...

... Πομπηίου, αλλά ο Λέπιδος αποφάσισε να κρατήσει τη Σικελία για τον εαυτό του διατάζοντας τον Οκταβιανό να φύγει. Ωστόσο οι άνδρες του Λέπιδου προσχώρησαν στον ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze befehlen

... Gewiss ist der allein glücklich und groß, der weder zu herrschen noch zu befehlen braucht, um etwas zu sein. ...

... Wer befehlen will, muss gehorchen lernen. ...

... Er, der nur gewohnt ist, zu befehlen und zu tun, kennt nicht die Kunst, von Weitem ein Gespräch nach seiner Absicht langsam fein zu lenken. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, al_ex_an_der

Grammatik


ΔΙΑΤΑΖΩ
I command
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διατάζω (diatasso">διατάσσω)διατάζουμε, διατάζομεδιατάζομαιδιαταζόμαστε
διατάζειςδιατάζετεδιατάζεσαιδιατάζεστε, διαταζόσαστε
διατάζειδιατάζουν(ε)διατάζεταιδιατάζονται
Imper
fekt
διέταζαδιατάζαμεδιαταζόμουν(α)διαταζόμαστε, διαταζόμασταν
διέταζεςδιατάζατεδιαταζόσουν(α)διαταζόσαστε, διαταζόσασταν
διέταζεδιέταζαν, διατάζαν(ε)διαταζόταν(ε)διατάζονταν, διαταζόντανε, διαταζόντουσαν
Aoristδιέταξαδιατάξαμεδιατάχτηκαδιαταχτήκαμε
διέταξεςδιατάξατεδιατάχτηκεςδιαταχτήκατε
διέταξεδιέταξαν, διατάξαν(ε)διατάχτηκεδιατάχτηκαν, διαταχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω διατάξει
έχω διαταγμένο
έχουμε διατάξει
έχουμε διαταγμένο
έχω διαταχτεί
είμαι διαταγμένος, -η
έχουμε διαταχτεί
είμαστε διαταγμένοι, -ες
έχεις διατάξει
έχεις διαταγμένο
έχετε διατάξει
έχετε διαταγμένο
έχεις διαταχτεί
είσαι διαταγμένος, -η
έχετε διαταχτεί
είστε διαταγμένοι, -ες
έχει διατάξει
έχει διαταγμένο
έχουν διατάξει
έχουν διαταγμένο
έχει διαταχτεί
είναι διαταγμένος, -η, -ο
έχουν διαταχτεί
είναι διαταγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διατάξει
είχα διαταγμένο
είχαμε διατάξει
είχαμε διαταγμένο
είχα διαταχτεί
ήμουν διαταγμένος, -η
είχαμε διαταχτεί
ήμαστε διαταγμένοι, -ες
είχες διατάξει
είχες διαταγμένο
είχατε διατάξει
είχατε διαταγμένο
είχες διαταχτεί
ήσουν διαταγμένος, -η
είχατε διαταχτεί
ήσαστε διαταγμένοι, -ες
είχε διατάξει
είχε διαταγμένο
είχαν διατάξει
είχαν διαταγμένο
είχε διαταχτεί
ήταν διαταγμένος, -η, -ο
είχαν διαταχτεί
ήταν διαταγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διατάζωθα διατάζουμε, θα διατάζομεθα διατάζομαιθα διαταζόμαστε
θα διατάζειςθα διατάζετεθα διατάζεσαιθα διατάζεστε, θα διαταζόσαστε
θα διατάζειθα διατάζουν(ε)θα διατάζεταιθα διατάζονται
Fut
ur
θα διατάξωθα διατάξουμε, θα διατάξομεθα διαταχτώθα διαταχτούμε
θα διατάξειςθα διατάξετεθα διαταχτείςθα διαταχτείτε
θα διατάξειθα διατάξουν(ε)θα διαταχτείθα διαταχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διατάξει
θα έχω διαταγμένο
θα έχουμε διατάξει
θα έχουμε διαταγμένο
θα έχω διαταχτεί
θα είμαι διαταγμένος, -η
θα έχουμε διαταχτεί
θα είμαστε διαταγμένοι, -ες
θα έχεις διατάξει
θα έχεις διαταγμένο
θα έχετε διατάξει
θα έχετε διαταγμένο
θα έχεις διαταχτεί
θα είσαι διαταγμένος, -η
θα έχετε διαταχτεί
θα είστε διαταγμένοι, -ες
θα έχει διατάξει
θα έχει διαταγμένο
θα έχουν διατάξει
θα έχουν διαταγμένο
θα έχει διαταχτεί
θα είναι διαταγμένος, -η, -ο
θα έχουν διαταχτεί
θα είναι διαταγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διατάζωνα διατάζουμε, να διατάζομενα διατάζομαινα διαταζόμαστε
να διατάζειςνα διατάζετενα διατάζεσαινα διατάζεστε, να διαταζόσαστε
να διατάζεινα διατάζουν(ε)να διατάζεταινα διατάζονται
Aoristνα διατάξωνα διατάξουμε, να διατάξομενα διαταχτώνα διαταχτούμε
να διατάξειςνα διατάξετενα διαταχτείςνα διαταχτείτε
να διατάξεινα διατάξουν(ε)να διαταχτείνα διαταχτούν(ε)
Perf να έχω διατάξει
να έχω διαταγμένο
να έχουμε διατάξει
να έχουμε διαταγμένο
να έχω διαταχτεί
να είμαι διαταγμένος, -η
να έχουμε διαταχτεί
να είμαστε διαταγμένοι, -ες
να έχεις διατάξει
να έχεις διαταγμένο
να έχετε διατάξει
να έχετε διαταγμένο
να έχεις διαταχτεί
να είσαι διαταγμένος, -η
να έχετε διαταχτεί
να είστε διαταγμένοι, -ες
να έχει διατάξει
να έχει διαταγμένο
να έχουν διατάξει
να έχουν διαταγμένο
να έχει διαταχτεί
να είναι διαταγμένος, -η, -ο
να έχουν διαταχτεί
να είναι διαταγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιέταζεδιατάζετεδιατάζεστε
Aoristδιέταξεδιατάξτε, διατάχτεδιατάξουδιαταχτείτε
Part
izip
Presδιατάζοντας
Perfέχοντας διατάξει, έχοντας διαταγμένοδιαταγμένος, -η, -οδιαταγμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιατάξειδιαταχτεί








Griechische Definition zu διατάζω

διατάζω [δiatázo] -ομαι Ρ αόρ. διέταξα, απαρέμφ. διατάξει, παθ. αόρ. διατάχτηκα, απαρέμφ. διαταχτεί : εκδηλώνω την επιθυμία μου: α. ως διαταγή: Σε διατάζω να σταθείς προσοχή. Ο λοχαγός διέταξε να επιτεθούμε. Διέταξε να θανατώσουν τους αιχμαλώτους. || Διατάξτε!, ως απάντηση ιδίως στρατιωτικού σε ονομαστική πρόσκλησή του από έναν ανώτερο. β. δίνοντας εντολή σε κπ. να κάνει κτ.: Ο γιατρός διέταξε για τον ασθενή ανάπαυση / αυστηρή δίαιτα. || Διατάχτηκε να φύγει για τη νέα του θέση.

[μσν. διατάζω < ελνστ. διατάσσω, αρχ. σημ.: `ορίζω την τάξη΄, μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. διαταξ-]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διατάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15