διαλύω  Verb  [dialio, thialio, dialyw]

Ähnliche Bedeutung wie διαλύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze διαλύω

... θερμοκρασίες καλυπτόμενο από λεπτό στρώμα οξειδίου. Αντιδρά με τα αλογόνα, διαλύεται στο υδροφθορικό οξύ ή σε μείγμα υδροφθορικού και νιτρικού οξέος, είναι ...

... οποία και εξάγονται. Για το διαχωρισμό τους το μείγμα των μετάλλων πρώτα διαλύεται σε κατάλληλο διαλύτη και μετά διαχωρίζονται τα συστατικά του με διάφορες ...

... μεγάλο εύρος θερμοκρασιών. Είναι σταθερό στον αέρα και στο νερό, αλλά διαλύεται στα οξέα. Όταν θερμανθεί πάνω από το σημείο τήξης του αναφλέγεται παράγοντας ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze abbauen

... In der Welt, in der wir leben, ist es sehr wichtig, zu wissen, wie man eine Anspannung abbauen kann. ...

Quelle: al_ex_an_der

Grammatik


ΔΙΑΛΥΩ
I dissolve
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διαλύω, ../luno/index">λύνωδιαλύουμε, διαλύομεδιαλύομαιδιαλυόμαστε
διαλύειςδιαλύετεδιαλύεσαιδιαλύεστε, διαλυόσαστε
διαλύειδιαλύουν(ε)διαλύεταιδιαλύονται
Imper
fekt
διέλυαδιαλύαμεδιαλυόμουν(α)διαλυόμαστε
διέλυεςδιαλύατεδιαλυόσουν(α)διαλυόσαστε
διέλυεδιέλυαν, διαλύαν(ε)διαλυόταν(ε)διαλύονταν
Aoristδιέλυσα, διάλυσαδιαλύσαμεδιαλύθηκαδιαλυθήκαμε
διέλυσες, διάλυσεςδιαλύσατεδιαλύθηκεςδιαλυθήκατε
διέλυσε, διάλυσεδιέλυσαν, διαλύσαν(ε)διαλύθηκεδιαλύθηκαν, διαλυθήκαν(ε)
Per
fect
έχω διαλύσει
έχω διαλυμένο
έχουμε διαλύσει
έχουμε διαλυμένο
έχω διαλυθεί
είμαι διαλυμένος, -η
έχουμε διαλυθεί
είμαστε διαλυμένοι, -ες
έχεις διαλύσει
έχεις διαλυμένο
έχετε διαλύσει
έχετε διαλυμένο
έχεις διαλυθεί
είσαι διαλυμένος, -η
έχετε διαλυθεί
είστε διαλυμένοι, -ες
έχει διαλύσει
έχει διαλυμένο
έχουν διαλύσει
έχουν διαλυμένο
έχει διαλυθεί
είναι διαλυμένος, -η, -ο
έχουν διαλυθεί
είναι διαλυμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα διαλύσει
είχα διαλυμένο
είχαμε διαλύσει
είχαμε διαλυμένο
είχα διαλυθεί
ήμουν διαλυμένος, -η
είχαμε διαλυθεί
ήμαστε διαλυμένοι, -ες
είχες διαλύσει
είχες διαλυμένο
είχατε διαλύσει
είχατε διαλυμένο
είχες διαλυθεί
ήσουν διαλυμένος, -η
είχατε διαλυθεί
ήσαστε διαλυμένοι, -ες
είχε διαλύσει
είχε διαλυμένο
είχαν διαλύσει
είχαν διαλυμένο
είχε διαλυθεί
ήταν διαλυμένος, -η, -ο
είχαν διαλυθεί
ήταν διαλυμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διαλύωθα διαλύουμε, θα διαλύομεθα διαλύομαιθα διαλυόμαστε
θα διαλύειςθα διαλύετεθα διαλύεσαιθα διαλύεστε θα διαλυόσαστε
θα διαλύειθα διαλύουν(ε)θα διαλύεταιθα διαλύονται
Fut
ur
θα διαλύσωθα διαλύσουμε, θα διαλύσομεθα διαλυθώθα διαλυθούμε
θα διαλύσειςθα διαλύσετεθα διαλυθείςθα διαλυθείτε
θα διαλύσειθα διαλύσουν(ε)θα διαλυθείθα διαλυθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διαλύσει
θα έχω διαλυμένο
θα έχουμε διαλύσει
θα έχουμε διαλυμένο
θα έχω διαλυθεί
θα είμαι διαλυμένος, -η
θα έχουμε διαλυθεί
θα είμαστε διαλυμένοι, -ες
θα έχεις διαλύσει
θα έχεις διαλυμένο
θα έχετε διαλύσει
θα έχετε διαλυμένο
θα έχεις διαλυθεί
θα είσαι διαλυμένος, -η
θα έχετε διαλυθεί
θα είστε διαλυμένοι, -ες
θα έχει διαλύσει
θα έχει διαλυμένο
θα έχουν διαλύσει
θα έχουν διαλυμένο
θα έχει διαλυθεί
θα είναι διαλυμένος, -η, -ο
θα έχουν διαλυθεί
θα είναι διαλυμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διαλύωνα διαλύουμε, να διαλύομενα διαλύομαινα διαλυόμαστε
να διαλύειςνα διαλύετενα διαλύεσαινα διαλύεστε, να διαλυόσαστε
να διαλύεινα διαλύουν(ε)να διαλύεταινα διαλύονται
Aoristνα διαλύσωνα διαλύσουμε, να διαλύσομενα διαλυθώνα διαλυθούμε
να διαλύσειςνα διαλύσετενα διαλυθείςνα διαλυθείτε
να διαλύσεινα διαλύσουν(ε)να διαλυθείνα διαλυθούν(ε)
Perfνα έχω διαλύσει
να έχω διαλυμένο
να έχουμε διαλύσει
να έχουμε διαλυμένο
να έχω διαλυθεί
να είμαι διαλυμένος, -η
να έχουμε διαλυθεί
να είμαστε διαλυμένοι, -ες
να έχεις διαλύσει
να έχεις διαλυμένο
να έχετε διαλύσει
να έχετε διαλυμένο
να έχεις διαλυθεί
να είσαι διαλυμένος, -η
να έχετε διαλυθεί
να είστε διαλυμένοι, -ες
να έχει διαλύσει
να έχει διαλυμένο
να έχουν διαλύσει
να έχουν διαλυμένο
να έχει διαλυθεί
να είναι διαλυμένος, -η, -ο
να έχουν διαλυθεί
να είναι διαλυμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presδιάλυεδιαλύετεδιαλύεστε
Aoristδιάλυσεδιαλύστε, διαλύσετεδιαλύσουδιαλυθείτε
Part
izip
Presδιαλύοντας
Perfέχοντας διαλύσει, έχοντας διαλυμένοδιαλυμένος, -η, -οδιαλυμένοι, -ες, -α
InfinAoristδιαλύσειδιαλυθεί












Griechische Definition zu διαλύω

διαλύω [δialío] -ομαι αόρ. διέλυσα, απαρέμφ. διαλύσει : 1. (για υλικό αντικείμενο) α. χωρίζω κτ. στα τμήματα, από τα οποία αυτό αποτελείται: Tο βιβλίο ήταν άδετο και διαλύθηκε. || αποσυναρμολογώ: διαλύω μια μηχανή / μια συσκευή. β. καταστρέφω, αχρηστεύω κτ.: Tα διέλυσες τα παπούτσια με το ποδόσφαιρο. Tο αυτοκίνητο έπεσε στον γκρεμό και διαλύθηκε. H καρέκλα είναι τελείως διαλυμένη. γ. εξαφανίζω κτ.: Ο ήλιος διέλυσε τα σύννεφα. Aπορρυπαντικό που διαλύει και τους πιο δύσκολους λεκέδες. δ. ανακατεύω ένα σώμα με ένα άλλο, έτσι ώστε να αποτελέσουν διάλυμα: Διαλύουμε τη σοκολάτα σε γάλα / το αλεύρι σε χλιαρό νερό. Άλατα διαλυμένα στο νερό. Tα ψάρια αναπνέουν οξυγόνο διαλυμένο στο νερό. ε. (για αφηρ. έννοια) διακόπτω την ύπαρξη, τη λειτουργία ή την ισχύ: διαλύω τις υποψίες / τις ανησυχίες / τις αμφιβολίες κάποιου. Διαλύεται κάθε έννοια ηθικής και δικαιοσύνης. διαλύω μια φιλική σχέση. (έκφρ.) τα διαλύω, διακόπτω συζυγική, ερωτική, φιλική κτλ. σχέση. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu διαλύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15