γυαλίζω  Verb  [gializo, jializo, gyalizw]

Ähnliche Bedeutung wie γυαλίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze γυαλίζω

... από τα πιο γνωστά τραγούδια, όπως "Φανή", "Αν ήσουν άγγελος", "Κάτι να γυαλίζει", "Αεροπλάνα", "Το τελευταίο πλοίο για την Αμοργό", "Κοπέλες για λίγο" ...

... τοίχοι τους έλαμπαν από τη χάλκινη επένδυσή τους, ενώ το εσωτερικό τους γυάλιζε από τον άργυρο και τον χρυσό. Στις δύο πλευρές της εισόδου υπήρχαν δύο ...

... αλλοίωσης ενώ παρατείνει τη διάρκεια αποθήκευσης. Μετά την άλεση, το ρύζι γυαλίζεται, καταλήγοντας σε ένα σπόρο με μια φωτεινή, λευκή, λαμπερή εμφάνιση. Οι ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΓΥΑΛΙΖΩ
I polish
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γυαλίζωγυαλίζουμε, γυαλίζομεγυαλίζομαιγυαλιζόμαστε
γυαλίζειςγυαλίζετεγυαλίζεσαιγυαλίζεστε, γυαλιζόσαστε
γυαλίζειγυαλίζουν(ε)γυαλίζεταιγυαλίζονται
Imper
fekt
γυάλιζαγυαλίζαμεγυαλιζόμουν(α)γυαλιζόμαστε, γυαλιζόμασταν
γυάλιζεςγυαλίζατεγυαλιζόσουν(α)γυαλιζόσαστε, γυαλιζόσασταν
γυάλιζεγυάλιζαν, γυαλίζαν(ε)γυαλιζόταν(ε)γυαλίζονταν, γυαλιζόντανε, γυαλιζόντουσαν
Aoristγυάλισαγυαλίσαμεγυαλίστηκαγυαλιστήκαμε
γυάλισεςγυαλίσατεγυαλίστηκεςγυαλιστήκατε
γυάλισεγυάλισαν, γυαλίσαν(ε)γυαλίστηκεγυαλίστηκαν, γυαλιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω γυαλίσει
έχω γυαλισμένο
έχουμε γυαλίσει
έχουμε γυαλισμένο
έχω γυαλιστεί
είμαι γυαλισμένος, -η
έχουμε γυαλιστεί
είμαστε γυαλισμένοι, -ες
έχεις γυαλίσει
έχεις γυαλισμένο
έχετε γυαλίσει
έχετε γυαλισμένο
έχεις γυαλιστεί
είσαι γυαλισμένος, -η
έχετε γυαλιστεί
είστε γυαλισμένοι, -ες
έχει γυαλίσει
έχει γυαλισμένο
έχουν γυαλίσει
έχουν γυαλισμένο
έχει γυαλιστεί
είναι γυαλισμένος, -η, -ο
έχουν γυαλιστεί
είναι γυαλισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα γυαλίσει
είχα γυαλισμένο
είχαμε γυαλίσει
είχαμε γυαλισμένο
είχα γυαλιστεί
ήμουν γυαλισμένος, -η
είχαμε γυαλιστεί
ήμαστε γυαλισμένοι, -ες
είχες γυαλίσει
είχες γυαλισμένο
είχατε γυαλίσει
είχατε γυαλισμένο
είχες γυαλιστεί
ήσουν γυαλισμένος, -η
είχατε γυαλιστεί
ήσαστε γυαλισμένοι, -ες
είχε γυαλίσει
είχε γυαλισμένο
είχαν γυαλίσει
είχαν γυαλισμένο
είχε γυαλιστεί
ήταν γυαλισμένος, -η, -ο
είχαν γυαλιστεί
ήταν γυαλισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γυαλίζωθα γυαλίζουμε, θα γυαλίζομεθα γυαλίζομαιθα γυαλιζόμαστε
θα γυαλίζειςθα γυαλίζετεθα γυαλίζεσαιθα γυαλίζεστε, θα γυαλιζόσαστε
θα γυαλίζειθα γυαλίζουν(ε)θα γυαλίζεταιθα γυαλίζονται
Fut
ur
θα γυαλίσωθα γυαλίσουμε, θα γυαλίζομεθα γυαλιστώθα γυαλιστούμε
θα γυαλίσειςθα γυαλίσετεθα γυαλιστείςθα γυαλιστείτε
θα γυαλίσειθα γυαλίσουν(ε)θα γυαλιστείθα γυαλιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γυαλίσει
θα έχω γυαλισμένο
θα έχουμε γυαλίσει
θα έχουμε γυαλισμένο
θα έχω γυαλιστεί
θα είμαι γυαλισμένος, -η
θα έχουμε γυαλιστεί
θα είμαστε γυαλισμένοι, -ες
θα έχεις γυαλίσει
θα έχεις γυαλισμένο
θα έχετε γυαλίσει
θα έχετε γυαλισμένο
θα έχεις γυαλιστεί
θα είσαι γυαλισμένος, -η
θα έχετε γυαλιστεί
θα είστε γυαλισμένοι, -ες
θα έχει γυαλίσει
θα έχει γυαλισμένο
θα έχουν γυαλίσει
θα έχουν γυαλισμένο
θα έχει γυαλιστεί
θα είναι γυαλισμένος, -η, -ο
θα έχουν γυαλιστεί
θα είναι γυαλισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γυαλίζωνα γυαλίζουμε, να γυαλίζομενα γυαλίζομαινα γυαλιζόμαστε
να γυαλίζειςνα γυαλίζετενα γυαλίζεσαινα γυαλίζεστε, να γυαλιζόσαστε
να γυαλίζεινα γυαλίζουν(ε)να γυαλίζεταινα γυαλίζονται
Aoristνα γυαλίσωνα γυαλίσουμε, να γυαλίσομενα γυαλιστώνα γυαλιστούμε
να γυαλίσειςνα γυαλίσετενα γυαλιστείςνα γυαλιστείτε
να γυαλίσεινα γυαλίσουν(ε)να γυαλιστείνα γυαλιστούν(ε)
Perfνα έχω γυαλίσει
να έχω γυαλισμένο
να έχουμε γυαλίσει
να έχουμε γυαλισμένο
να έχω γυαλιστεί
να είμαι γυαλισμένος, -η
να έχουμε γυαλιστεί
να είμαστε γυαλισμένοι, -ες
να έχεις γυαλίσει
να έχεις γυαλισμένο
να έχετε γυαλίσει
να έχετε γυαλισμένο
να έχεις γυαλιστεί
να είσαι γυαλισμένος, -η
να έχετε γυαλιστεί
να είστε γυαλισμένοι, -ες
να έχει γυαλίσει
να έχει γυαλισμένο
να έχουν γυαλίσει
να έχουν γυαλισμένο
να έχει γυαλιστεί
να είναι γυαλισμένος, -η, -ο
να έχουν γυαλιστεί
να είναι γυαλισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presγυάλιζεγυαλίζετεγυαλίζεστε
Aoristγυάλισεγυαλίστεγυαλίσουγυαλιστείτε
Part
izip
Presγυαλίζονταςγυαλιζόμενος
Perfέχοντας γυαλίσει, έχοντας γυαλισμένογυαλισμένος, -η, -ογυαλισμένοι, -ες, -α
InfinAoristγυαλίσειγυαλιστεί





Person Wortform
Präsens ich putze
du putzt
er, sie, es putzt
Präteritum ich putzte
Konjunktiv II ich putzte
Imperativ Singular putz!
putze!
Plural putzt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geputzt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:putzen






Griechische Definition zu γυαλίζω

γυαλίζω [jalízo] -ομαι : 1. τρίβω μια επιφάνεια, συνήθ. αφού την έχω αλείψει με βερνίκι, για να την κάνω στιλπνή και λαμπερή: γυαλίζω τα παπούτσια, τα λουστράρω. Tο βερνίκι βάφει, γυαλίζει και συντηρεί το δέρμα των παπουτσιών. γυαλίζω τα ασημικά / τα μπακίρια. Tο πάτωμα ήταν γυαλισμένο. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu γυαλίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15