γκρινιάζω  Verb  [gkriniazo, gkriniazw]

Ähnliche Bedeutung wie γκρινιάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze γκρινιάζω

... πως η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει και πως θα πρέπει να σταματήσουμε να γκρινιάζουμε, να κοιτάξουμε τις δυσκολίες κατάματα και να ξεπεράσουμε την κρίση. Είχε ...

... σύζυγος της Γουάντα, χαζός και αφελής. Γουάντα, έξυπνη αν και κάποιες φορές γκρινιάζει για αυτά που βλέπει. Πάντα συμβουλεύει τον Τίμυ. Πουφ, το μωρό του Κόσμο ...

... επειδή για να επενδύσει τα χρήματα σε νέα ακίνητα και επιπλέον ελέγχει και γκρινιάζει για κάθε μικροέξοδο που κάνει η Ελένη. Αφού φτάνει στο σημείο να πουλήσει ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΓΚΡΙΝΙΑΖΩ
I moan
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γκρινιάζωγκρινιάζουμε, γκρινιάζομε
γκρινιάζειςγκρινιάζετε
γκρινιάζειγκρινιάζουν(ε)
Imper
fekt
γκρίνιαζαγκρινιάζαμε
γκρίνιαζεςγκρινιάζατε
γκρίνιαζεγκρίνιαζαν, γκρινιάζαν(ε)
Aoristγκρίνιαξαγκρινιάξαμε
γκρίνιαξεςγκρινιάξατε
γκρίνιαξεγκρίνιαξαν, γκρινιάξαν(ε)
Per
fect
έχω γκρινιάξειέχουμε γκρινιάξει
έχεις γκρινιάξειέχετε γκρινιάξει
έχει γκρινιάξειέχουν γκρινιάξει>
Plu
per
fect
είχα γκρινιάξειείχαμε γκρινιάξει
είχες γκρινιάξειείχατε γκρινιάξει
είχε γκρινιάξειείχαν γκρινιάξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γκρινιάζωθα γκρινιάζουμε, θα γκρινιάζομε
θα γκρινιάζειςθα γκρινιάζετε
θα γκρινιάζειθα γκρινιάζουν(ε)
Fut
ur
θα γκρινιάξωθα γκρινιάξουμε, θα γκρινιάξομε
θα γκρινιάξειςθα γκρινιάξετε
θα γκρινιάξειθα γκρινιάξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γκρινιάξειθα έχουμε γκρινιάξει
θα έχεις γκρινιάξειθα έχετε γκρινιάξει
θα έχει γκρινιάξειθα έχουν γκρινιάξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γκρινιάζωνα γκρινιάζουμε, να γκρινιάζομε
να γκρινιάζειςνα γκρινιάζετε
να γκρινιάζεινα γκρινιάζουν(ε)
Aoristνα γκρινιάξωνα γκρινιάξουμε, να γκρινιάξομε
να γκρινιάξειςνα γκρινιάξετε
να γκρινιάξεινα γκρινιάξουν(ε)
Perfνα έχω γκρινιάξεινα έχουμε γκρινιάξει
να έχεις γκρινιάξεινα έχετε γκρινιάξει
να έχει γκρινιάξεινα έχουν γκρινιάξει
Imper
ativ
Presγκρίνιαζεγκρινιάζετε
Aoristγκρίνιαξεγκρινιάξτε, γκρινιάχτε
Part
izip
Presγκρινιάζοντας
Perfέχοντας γκρινιάξει
InfinAoristγκρινιάξει





Person Wortform
Präsens ich motze
du motzt
er, sie, es motzt
Präteritum ich motzte
Konjunktiv II ich motzte
Imperativ Singular motze!
Plural motzt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gemotzt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:motzen



Person Wortform
Präsens ich maule
du maulst
er, sie, es mault
Präteritum ich maulte
Konjunktiv II ich maulte
Imperativ Singular maule!
Plural mault!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gemault haben
Alle weiteren Formen: Flexion:maulen













Person Wortform
Präsens ich murre
du murrst
er, sie, es murrt
Präteritum ich murrte
Konjunktiv II ich murrte
Imperativ Singular murre!
Plural murrt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gemurrt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:murren




Griechische Definition zu γκρινιάζω

γκρινιάζω [grinázo] .2α : εκδηλώνω δυσφορία που συνήθ. προέρχεται από μια, χωρίς σοβαρό λόγο, εριστική διάθεση, παραπονιέμαι συνέχεια, μουρμουρίζω: Όλο γκρινιάζει, με τίποτα δεν είναι ευχαριστημένος. Γκρινιάζει συνέχεια με τη γυναίκα του, μαλώνει. || Γκρινιάζει το μωρό, κλαίει και μουρμουρίζει χωρίς λόγο.

[ιταλ. (διαλεκτ.) grign(are) `δείχνω τα δόντια από οργή΄ -άζω (ιταλ. digrignare)]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu γκρινιάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15