γκρεμίζω  Verb  [gkremizo, gkremizw]

Ähnliche Bedeutung wie γκρεμίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze γκρεμίζω

... χωριών. Οι χωρικοί πρόθυμοι τους παρέλαβαν και τους σκότωσαν όλους, γκρεμίζοντάς τους ζωντανούς άλλους στα βάραθρα της Δοβροβίτσας, του Βαθυρέμματος και ...

... αποσαφήνιση]. - Ο επίσκοπος της Απάμειας με τη βοήθεια στρατιωτικού αποσπάσματος γκρεμίζει τον αρχαίο ναό της πόλης. Παγκόσμιος κατάλογος γεννήσεων το 386 (από ...

... αποχώρησή του από την πολιτική. Συνέγραψε διάφορα βιβλία, μεταξύ άλλων το «Γκρεμίζω τον θρύλο του Άρη Βελουχιώτη» (Ισοκράτης 1980). Άλλα βιβλία του: «Ο Γολγοθάς ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze hinunterstürzen

... m3 kaltes, salzreiches Wasser von einer Tiefe von 600 m auf 4000 m hinunterstürzen. Im Zweiten Weltkrieg fand am 24. Mai 1941 in der Dänemarkstraße ...

... (etwa ein Viertel bis die Hälfte der gesamten Wassermassen) die Fälle hinunterstürzen. Die Wasserfälle werden nachts auf mindestens 1416 m³/s gedrosselt ...

... die Giessbachfälle, die sich in vierzehn Stufen in den Brienzersee hinunterstürzen. Der See ist 14 km lang und 2,8 km breit. Seine Fläche beträgt 29,8 km² ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΓΚΡΕΜΙΖΩ
I demolish
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γκρεμίζωγκρεμίζουμε, γκρεμίζομεγκρεμίζομαιγκρεμιζόμαστε
γκρεμίζειςγκρεμίζετεγκρεμίζεσαιγκρεμίζεστε, γκρεμιζόσαστε
γκρεμίζειγκρεμίζουν(ε)γκρεμίζεταιγκρεμίζονται
Imper
fekt
γκρέμιζαγκρεμίζαμεγκρεμιζόμουν(α)γκρεμιζόμαστε, γκρεμιζόμασταν
γκρέμιζεςγκρεμίζατεγκρεμιζόσουν(α)γκρεμιζόσαστε, γκρεμιζόσασταν
γκρέμιζεγκρέμιζαν, γκρεμίζαν(ε)γκρεμιζόταν(ε)γκρεμίζονταν, γκρεμιζόντανε, γκρεμιζόντουσαν
Aoristγκρέμισαγκρεμίσαμεγκρεμίστηκαγκρεμιστήκαμε
γκρέμισεςγκρεμίσατεγκρεμίστηκεςγκρεμιστήκατε
γκρέμισεγκρέμισαν, γκρεμίσαν(ε)γκρεμίστηκεγκρεμίστηκαν, γκρεμιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω γκρεμίσει
έχω γκρεμισμένο
έχουμε γκρεμίσει
έχουμε γκρεμισμένο
έχω γκρεμιστεί
είμαι γκρεμισμένος, -η
έχουμε γκρεμιστεί
είμαστε γκρεμισμένοι, -ες
έχεις γκρεμίσει
έχεις γκρεμισμένο
έχετε γκρεμίσει
έχετε γκρεμισμένο
έχεις γκρεμιστεί
είσαι γκρεμισμένος, -η
έχετε γκρεμιστεί
είστε γκρεμισμένοι, -ες
έχει γκρεμίσει
έχει γκρεμισμένο
έχουν γκρεμίσει
έχουν γκρεμισμένο
έχει γκρεμιστεί
είναι γκρεμισμένος, -η, -ο
έχουν γκρεμιστεί
είναι γκρεμισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα γκρεμίσει
είχα γκρεμισμένο
είχαμε γκρεμίσει
είχαμε γκρεμισμένο
είχα γκρεμιστεί
ήμουν γκρεμισμένος, -η
είχαμε γκρεμιστεί
ήμαστε γκρεμισμένοι, -ες
είχες γκρεμίσει
είχες γκρεμισμένο
είχατε γκρεμίσει
είχατε γκρεμισμένο
είχες γκρεμιστεί
ήσουν γκρεμισμένος, -η
είχατε γκρεμιστεί
ήσαστε γκρεμισμένοι, -ες
είχε γκρεμίσει
είχε γκρεμισμένο
είχαν γκρεμίσει
είχαν γκρεμισμένο
είχε γκρεμιστεί
ήταν γκρεμισμένος, -η, -ο
είχαν γκρεμιστεί
ήταν γκρεμισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γκρεμίζωθα γκρεμίζουμε, θα γκρεμίζομεθα γκρεμίζομαιθα γκρεμιζόμαστε
θα γκρεμίζειςθα γκρεμίζετεθα γκρεμίζεσαιθα γκρεμίζεστε, θα γκρεμιζόσαστε
θα γκρεμίζειθα γκρεμίζουν(ε)θα γκρεμίζεταιθα γκρεμίζονται
Fut
ur
θα γκρεμίσωθα γκρεμίσουμε, θα γκρεμίζομεθα γκρεμιστώθα γκρεμιστούμε
θα γκρεμίσειςθα γκρεμίσετεθα γκρεμιστείςθα γκρεμιστείτε
θα γκρεμίσειθα γκρεμίσουν(ε)θα γκρεμιστείθα γκρεμιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γκρεμίσει
θα έχω γκρεμισμένο
θα έχουμε γκρεμίσει
θα έχουμε γκρεμισμένο
θα έχω γκρεμιστεί
θα είμαι γκρεμισμένος, -η
θα έχουμε γκρεμιστεί
θα είμαστε γκρεμισμένοι, -ες
θα έχεις γκρεμίσει
θα έχεις γκρεμισμένο
θα έχετε γκρεμίσει
θα έχετε γκρεμισμένο
θα έχεις γκρεμιστεί
θα είσαι γκρεμισμένος, -η
θα έχετε γκρεμιστεί
θα είστε γκρεμισμένοι, -ες
θα έχει γκρεμίσει
θα έχει γκρεμισμένο
θα έχουν γκρεμίσει
θα έχουν γκρεμισμένο
θα έχει γκρεμιστεί
θα είναι γκρεμισμένος, -η, -ο
θα έχουν γκρεμιστεί
θα είναι γκρεμισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γκρεμίζωνα γκρεμίζουμε, να γκρεμίζομενα γκρεμίζομαινα γκρεμιζόμαστε
να γκρεμίζειςνα γκρεμίζετενα γκρεμίζεσαινα γκρεμίζεστε, να γκρεμιζόσαστε
να γκρεμίζεινα γκρεμίζουν(ε)να γκρεμίζεταινα γκρεμίζονται
Aoristνα γκρεμίσωνα γκρεμίσουμε, να γκρεμίσομενα γκρεμιστώνα γκρεμιστούμε
να γκρεμίσειςνα γκρεμίσετενα γκρεμιστείςνα γκρεμιστείτε
να γκρεμίσεινα γκρεμίσουν(ε)να γκρεμιστείνα γκρεμιστούν(ε)
Perfνα έχω γκρεμίσει
να έχω γκρεμισμένο
να έχουμε γκρεμίσει
να έχουμε γκρεμισμένο
να έχω γκρεμιστεί
να είμαι γκρεμισμένος, -η
να έχουμε γκρεμιστεί
να είμαστε γκρεμισμένοι, -ες
να έχεις γκρεμίσει
να έχεις γκρεμισμένο
να έχετε γκρεμίσει
να έχετε γκρεμισμένο
να έχεις γκρεμιστεί
να είσαι γκρεμισμένος, -η
να έχετε γκρεμιστεί
να είστε γκρεμισμένοι, -ες
να έχει γκρεμίσει
να έχει γκρεμισμένο
να έχουν γκρεμίσει
να έχουν γκρεμισμένο
να έχει γκρεμιστεί
να είναι γκρεμισμένος, -η, -ο
να έχουν γκρεμιστεί
να είναι γκρεμισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presγκρέμιζεγκρεμίζετεγκρεμίζεστε
Aoristγκρέμισεγκρεμίστεγκρεμίσουγκρεμιστείτε
Part
izip
Presγκρεμίζονταςγκρεμιζόμενος
Perfέχοντας γκρεμίσει, έχοντας γκρεμισμένογκρεμισμένος, -η, -ογκρεμισμένοι, -ες, -α
InfinAoristγκρεμίσειγκρεμιστεί








Griechische Definition zu γκρεμίζω

γκρεμίζω [gremízo] -ομαι : 1α. για οικοδομήματα ή άλλες δομικές κατασκευές, ρίχνω καταγής, μετατρέπω σε ερείπια, συνήθ. με βίαιο και ανοργάνωτο τρόπο: Οι στρατιώτες γκρέμισαν ένα μέρος του τείχους. Mε το σεισμό γκρεμίστηκαν πολλά σπίτια, καταστράφηκαν. Γκρέμισαν τα αγάλματα του μισητού δικτάτορα. ΦΡ κάποιος φούρνος* θα γκρεμίστηκε. || κατεδαφίζω συστηματικά: Aποφάσισαν να γκρεμίσουν το παλιό τους σπίτι για να χτίσουν πολυκατοικία. Γκρέμισα τον τοίχο που χωρίζει το σαλόνι από την τραπεζαρία. β. (μτφ.) καταργώ, καταλύω, ανατρέπω με τρόπο βίαιο: γκρεμίζω προλήψεις / είδωλα / θεσμούς. (έκφρ.) γκρεμίζω κπ. από το θρόνο του, απομακρύνω κπ. από την εξουσία, του αφαιρώ την εξουσία. || Ένιωσε να γκρεμίζεται το σύμπαν γύρω του, να καταρρέουν αυτά στα οποία πίστευε και στηριζόταν. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu γκρεμίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15