γκρεμίζω Verb  [gkremizo, gkremizw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
(0)

Etymologie zu γκρεμίζω

γκρεμίζω altgriechisch κρημνίζω


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu γκρεμίζω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γκρεμίζωγκρεμίζουμε, γκρεμίζομεγκρεμίζομαιγκρεμιζόμαστε
γκρεμίζειςγκρεμίζετεγκρεμίζεσαιγκρεμίζεστε, γκρεμιζόσαστε
γκρεμίζειγκρεμίζουν(ε)γκρεμίζεταιγκρεμίζονται
Imper
fekt
γκρέμιζαγκρεμίζαμεγκρεμιζόμουν(α)γκρεμιζόμαστε, γκρεμιζόμασταν
γκρέμιζεςγκρεμίζατεγκρεμιζόσουν(α)γκρεμιζόσαστε, γκρεμιζόσασταν
γκρέμιζεγκρέμιζαν, γκρεμίζαν(ε)γκρεμιζόταν(ε)γκρεμίζονταν, γκρεμιζόντανε, γκρεμιζόντουσαν
Aoristγκρέμισαγκρεμίσαμεγκρεμίστηκαγκρεμιστήκαμε
γκρέμισεςγκρεμίσατεγκρεμίστηκεςγκρεμιστήκατε
γκρέμισεγκρέμισαν, γκρεμίσαν(ε)γκρεμίστηκεγκρεμίστηκαν, γκρεμιστήκαν(ε)
Per
fekt
έχω γκρεμίσει
έχω γκρεμισμένο
έχουμε γκρεμίσει
έχουμε γκρεμισμένο
έχω γκρεμιστεί
είμαι γκρεμισμένος, -η
έχουμε γκρεμιστεί
είμαστε γκρεμισμένοι, -ες
έχεις γκρεμίσει
έχεις γκρεμισμένο
έχετε γκρεμίσει
έχετε γκρεμισμένο
έχεις γκρεμιστεί
είσαι γκρεμισμένος, -η
έχετε γκρεμιστεί
είστε γκρεμισμένοι, -ες
έχει γκρεμίσει
έχει γκρεμισμένο
έχουν γκρεμίσει
έχουν γκρεμισμένο
έχει γκρεμιστεί
είναι γκρεμισμένος, -η, -ο
έχουν γκρεμιστεί
είναι γκρεμισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα γκρεμίσει
είχα γκρεμισμένο
είχαμε γκρεμίσει
είχαμε γκρεμισμένο
είχα γκρεμιστεί
ήμουν γκρεμισμένος, -η
είχαμε γκρεμιστεί
ήμαστε γκρεμισμένοι, -ες
είχες γκρεμίσει
είχες γκρεμισμένο
είχατε γκρεμίσει
είχατε γκρεμισμένο
είχες γκρεμιστεί
ήσουν γκρεμισμένος, -η
είχατε γκρεμιστεί
ήσαστε γκρεμισμένοι, -ες
είχε γκρεμίσει
είχε γκρεμισμένο
είχαν γκρεμίσει
είχαν γκρεμισμένο
είχε γκρεμιστεί
ήταν γκρεμισμένος, -η, -ο
είχαν γκρεμιστεί
ήταν γκρεμισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γκρεμίζωθα γκρεμίζουμε, θα γκρεμίζομεθα γκρεμίζομαιθα γκρεμιζόμαστε
θα γκρεμίζειςθα γκρεμίζετεθα γκρεμίζεσαιθα γκρεμίζεστε, θα γκρεμιζόσαστε
θα γκρεμίζειθα γκρεμίζουν(ε)θα γκρεμίζεταιθα γκρεμίζονται
Fut
ur
θα γκρεμίσωθα γκρεμίσουμε, θα γκρεμίζομεθα γκρεμιστώθα γκρεμιστούμε
θα γκρεμίσειςθα γκρεμίσετεθα γκρεμιστείςθα γκρεμιστείτε
θα γκρεμίσειθα γκρεμίσουν(ε)θα γκρεμιστείθα γκρεμιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γκρεμίσει
θα έχω γκρεμισμένο
θα έχουμε γκρεμίσει
θα έχουμε γκρεμισμένο
θα έχω γκρεμιστεί
θα είμαι γκρεμισμένος, -η
θα έχουμε γκρεμιστεί
θα είμαστε γκρεμισμένοι, -ες
θα έχεις γκρεμίσει
θα έχεις γκρεμισμένο
θα έχετε γκρεμίσει
θα έχετε γκρεμισμένο
θα έχεις γκρεμιστεί
θα είσαι γκρεμισμένος, -η
θα έχετε γκρεμιστεί
θα είστε γκρεμισμένοι, -ες
θα έχει γκρεμίσει
θα έχει γκρεμισμένο
θα έχουν γκρεμίσει
θα έχουν γκρεμισμένο
θα έχει γκρεμιστεί
θα είναι γκρεμισμένος, -η, -ο
θα έχουν γκρεμιστεί
θα είναι γκρεμισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γκρεμίζωνα γκρεμίζουμε, να γκρεμίζομενα γκρεμίζομαινα γκρεμιζόμαστε
να γκρεμίζειςνα γκρεμίζετενα γκρεμίζεσαινα γκρεμίζεστε, να γκρεμιζόσαστε
να γκρεμίζεινα γκρεμίζουν(ε)να γκρεμίζεταινα γκρεμίζονται
Aoristνα γκρεμίσωνα γκρεμίσουμε, να γκρεμίσομενα γκρεμιστώνα γκρεμιστούμε
να γκρεμίσειςνα γκρεμίσετενα γκρεμιστείςνα γκρεμιστείτε
να γκρεμίσεινα γκρεμίσουν(ε)να γκρεμιστείνα γκρεμιστούν(ε)
Perfνα έχω γκρεμίσει
να έχω γκρεμισμένο
να έχουμε γκρεμίσει
να έχουμε γκρεμισμένο
να έχω γκρεμιστεί
να είμαι γκρεμισμένος, -η
να έχουμε γκρεμιστεί
να είμαστε γκρεμισμένοι, -ες
να έχεις γκρεμίσει
να έχεις γκρεμισμένο
να έχετε γκρεμίσει
να έχετε γκρεμισμένο
να έχεις γκρεμιστεί
να είσαι γκρεμισμένος, -η
να έχετε γκρεμιστεί
να είστε γκρεμισμένοι, -ες
να έχει γκρεμίσει
να έχει γκρεμισμένο
να έχουν γκρεμίσει
να έχουν γκρεμισμένο
να έχει γκρεμιστεί
να είναι γκρεμισμένος, -η, -ο
να έχουν γκρεμιστεί
να είναι γκρεμισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presγκρέμιζεγκρεμίζετεγκρεμίζεστε
Aoristγκρέμισεγκρεμίστεγκρεμίσουγκρεμιστείτε
Part
izip
Presγκρεμίζονταςγκρεμιζόμενος
Perfέχοντας γκρεμίσει, έχοντας γκρεμισμένογκρεμισμένος, -η, -ογκρεμισμένοι, -ες, -α
InfinAoristγκρεμίσειγκρεμιστεί









Griechische Definition zu γκρεμίζω

γκρεμίζω [gremízo] -ομαι : 1α. για οικοδομήματα ή άλλες δομικές κατασκευές, ρίχνω καταγής, μετατρέπω σε ερείπια, συνήθ. με βίαιο και ανοργάνωτο τρόπο: Οι στρατιώτες γκρέμισαν ένα μέρος του τείχους. Mε το σεισμό γκρεμίστηκαν πολλά σπίτια, καταστράφηκαν. Γκρέμισαν τα αγάλματα του μισητού δικτάτορα. ΦΡ κάποιος φούρνος* θα γκρεμίστηκε. || κατεδαφίζω συστηματικά: Aποφάσισαν να γκρεμίσουν το παλιό τους σπίτι για να χτίσουν πολυκατοικία. Γκρέμισα τον τοίχο που χωρίζει το σαλόνι από την τραπεζαρία. β. (μτφ.) καταργώ, καταλύω, ανατρέπω με τρόπο βίαιο: γκρεμίζω προλήψεις / είδωλα / θεσμούς. (έκφρ.) γκρεμίζω κπ. από το θρόνο του, απομακρύνω κπ. από την εξουσία, του αφαιρώ την εξουσία. || Ένιωσε να γκρεμίζεται το σύμπαν γύρω του, να καταρρέουν αυτά στα οποία πίστευε και στηριζόταν. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback