γεμίζω  Verb  [gemizo, jemizo, gemizw]

Ähnliche Bedeutung wie γεμίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze γεμίζω

... ντολμάδες από το τουρκικό ρήμα dolmak (γεμίζω). Γνωστά είναι επίσης τα γεμιστά κρεμμύδια με κιμά, ενώ γεμίζονται και κυδώνια με αρνίσιο κρέας και κουκουνάρια ...

... ουσιαστικό της τουρκικής γλώσσας. Ειδικότερα, προκύπτει από το ρήμα doldurmak (=γεμίζω) Ο ντολμάς είναι συνήθως ένα γεμιστό λαχανικό. Λόγου χάριν, τα γεμιστά κολοκυθάκια ...

... Στη Μαθηματική Ανάλυση, με τον όρο καμπύλη που γεμίζει το χώρο (space filling curve) αναφερόμαστε σε καμπύλες που το σύνολο τιμών τους είναι ολόκληρο ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΓΕΜΙΖΩ
I fill
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
γεμίζωγεμίζουμε, γεμίζομε
γεμίζειςγεμίζετε
γεμίζειγεμίζουν(ε)
Imper
fekt
γέμιζαγεμίζαμε
γέμιζεςγεμίζατε
γέμιζεγέμιζαν, γεμίζαν(ε)
Aoristγέμισαγεμίσαμε
γέμισεςγεμίσατε
γέμισεγέμισαν, γεμίσαν(ε)
Per
fect
έχω γεμίσειέχουμε γεμίσει
έχεις γεμίσειέχετε γεμίσει
έχει γεμίσειέχουν γεμίσει
Plu
per
fect
είχα γεμίσειείχαμε γεμίσει
είχες γεμίσειείχατε γεμίσει
είχε γεμίσειείχαν γεμίσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα γεμίζωθα γεμίζουμε, θα γεμίζομε
θα γεμίζειςθα γεμίζετε
θα γεμίζειθα γεμίζουν(ε)
Fut
ur
θα γεμίσωθα γεμίσουμε, θα γεμίζομε
θα γεμίσειςθα γεμίσετε
θα γεμίσειθα γεμίσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω γεμίσειθα έχουμε γεμίσει
θα έχεις γεμίσειθα έχετε γεμίσει
θα έχει γεμίσειθα έχουν γεμίσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να γεμίζωνα γεμίζουμε, να γεμίζομε
να γεμίζειςνα γεμίζετε
να γεμίζεινα γεμίζουν(ε)
Aoristνα γεμίσωνα γεμίσουμε, να γεμίσομε
να γεμίσειςνα γεμίσετε
να γεμίσεινα γεμίσουν(ε)
Perfνα έχω γεμίσεινα έχουμε γεμίσει
να έχεις γεμίσεινα έχετε γεμίσει
να έχει γεμίσεινα έχουν γεμίσει
Imper
ativ
Presγέμιζεγεμίζετε
Aoristγέμισεγεμίστε
Part
izip
Presγεμίζοντας
Perfέχοντας γεμίσει
InfinAoristγεμίσει













Person Wortform
Präsens ich lade
du lädst
er, sie, es lädt
Präteritum ich lud
Konjunktiv II ich lüde
Imperativ Singular lade!
Plural ladet!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geladen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:laden






Griechische Definition zu γεμίζω

γεμίζω [jemízo] .1α μππ. γεμισμένος : I1. βάζω μέσα σε κτ. όλη ή σχεδόν όλη την ποσότητα που μπορεί να περιλάβει: γεμίζω το κανάτι / το βαρέλι / τον κουβά. Γέμισέ μας πάλι τα ποτήρια! Γεμίζει την μπανιέρα ως επάνω. Tα μαξιλάρια είναι γεμισμένα με πούπουλα. γεμίζω το όπλο, του βάζω σφαίρες. γεμίζω το αυτοκίνητο, γεμίζω το ρεζερβουάρ με βενζίνη. Γέμισα την τσέπη του αμύγδαλα. Γέμισα την κοιλιά μου, έφαγα πολύ. γεμίζω πιπεριές / ντομάτες / κολοκυθάκια, τα κάνω γεμιστά. || Tο υπόγειο γέμισε με νερό / νερά, πλημμύρισε. Γέμισαν πια όλες μου οι ντουλάπες / όλα μου τα συρτάρια. Tα λεωφορεία ξεκινούν μόνο όταν γεμίσουν τελείως. ΠAΡ Φασούλι* το φασούλι γεμίζει το σακούλι. || γεμίζω την μπαταρία, τη φορτίζω. ΦΡ γεμίζω τις μπαταρίες μου, ξεκουράζομαι ύστερα από περίοδο εξαντλητικής εργασίας. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu γεμίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15