απωθημένο    [apothimeno, apwthhmeno]

{die}    Subst.
(1)
(0)
  Adj.
(0)

GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu απωθημένο

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie απωθημένο

Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung

Ähnliche Wörter zu απωθημένο

Deutsche Synonyme zu απωθημένο

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

Noch keine Grammatik zu απωθημένο.



Singular

Plural

Nominativdie Frustration

die Frustrationen

Genitivder Frustration

der Frustrationen

Dativder Frustration

den Frustrationen

Akkusativdie Frustration

die Frustrationen




Griechische Definition zu απωθημένο

απωθημένο [apoθiméno] το, usu pl απωθημένα τα, (L)

repressed or frustrated feedivng or thought:
καλλιτεχνικά, φιλοχουντικά απωθημένα |
βγάζω τα απωθημένα μου vent or rediveve one's suppressed feedivngs (near-syn εκτονώνομαι) |
μαζεύουμε τα απωθημένα μιας συσσωρευμένης επιθετικότητας |
αγαπώ τα ακριβά αυτοκίνητα· ίσως να 'ναι απωθημένο μου, που στο χωριό μου γύριζα με το γάιδαρο |
η ψυχανάλυση τείνει να ελευθερώσει τα απωθημένα |
τα απωθημένα αναπηδούν με τους πρώτους ήχους του μπαγλαμά |
δεν κατάφεραν να ξεπεράσουν απωθημένα από παλιές εθνικές περιπέτειες
[substantiv. n of απωθημένος2]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback