απεραντολογώ  Verb  [aperantologo, aperantoloro, aperantologw]

Ähnliche Bedeutung wie απεραντολογώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze schwatzen

... Tote schwatzen nicht. ...

... Der Traum ist ein Weib, das schwatzen muss, der Schlaf ist ein Gatte, der schweigend duldet. ...

... Während eines Konzerts zu schwatzen ist flegelhaft und unhöflich. ...

Quelle: al_ex_an_der, Esperantostern, mauersegler

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
απεραντολογήσει
μετοχή (ενεστώτας)
απεραντολογώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας απεραντολογώ απεραντολογείς απεραντολογεί απεραντολογούμε απεραντολογείτε απεραντολογούν
παρατατικός απεραντολογούσα απεραντολογούσες απεραντολογούσε απεραντολογούσαμε απεραντολογούσατε απεραντολογούσαν
αόριστος απεραντολόγησα απεραντολόγησες απεραντολόγησε απεραντολογήσαμε απεραντολογήσατε απεραντολόγησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα απεραντολογώ θα απεραντολογείς θα απεραντολογεί θα απεραντολογούμε θα απεραντολογείτε θα απεραντολογούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα απεραντολογήσω θα απεραντολογήσεις θα απεραντολογήσει θα απεραντολογήσουμε θα απεραντολογήσετε θα απεραντολογήσουν
παρακείμενος α' έχω απεραντολογήσει έχεις απεραντολογήσει έχει απεραντολογήσει έχουμε απεραντολογήσει έχετε απεραντολογήσει έχουν απεραντολογήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα απεραντολογήσει είχες απεραντολογήσει είχε απεραντολογήσει είχαμε απεραντολογήσει είχατε απεραντολογήσει είχαν απεραντολογήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω απεραντολογήσει θα έχεις απεραντολογήσει θα έχει απεραντολογήσει θα έχουμε απεραντολογήσει θα έχετε απεραντολογήσει θα έχουν απεραντολογήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να απεραντολογώ να απεραντολογείς να απεραντολογεί να απεραντολογούμε να απεραντολογείτε να απεραντολογούν
αόριστος να απεραντολογήσω να απεραντολογήσεις να απεραντολογήσει να απεραντολογήσουμε να απεραντολογήσετε να απεραντολογήσουν
παρακείμενος α' να έχω απεραντολογήσει να έχεις απεραντολογήσει να έχει απεραντολογήσει να έχουμε απεραντολογήσει να έχετε απεραντολογήσει να έχουν απεραντολογήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας απεραντολόγει απεραντολογείτε
αόριστος απεραντολόγησε απεραντολογήστε




Griechische Definition zu απεραντολογώ

απεραντολογώ [aperandoloγó] .9α : αναπτύσσω ένα θέμα χωρίς οικονομία λόγου, με πλατειασμούς και πολυλογίες: Aπεραντολογούσε χωρίς να καταλήξει πουθενά.

[λόγ. < ελνστ. ἀπεραντολογῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu απεραντολογώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15