απελευθερώνω  

  • befreien
    upvotedownvote
  • loslassen
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... Οκτωβρίου - Ο ελληνικός στόλος απελευθερώνει τη Λήμνο. 10 Οκτωβρίου - Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος: Ο ελληνικός στρατός απελευθερώνει τα Σέρβια. 11 Οκτωβρίου - Ο ...

... Πυρηνική ενέργεια ή ατομική ενέργεια ονομάζεται η ενέργεια που απελευθερώνεται όταν μετασχηματίζονται ατομικοί πυρήνες. Είναι δηλαδή η δυναμική ενέργεια ...

... Αλέξανδρος Δ΄, γιος του Μεγάλου Αλεξάνδρου από τη Ρωξάνη, σύντομα θα απελευθερωνόταν από τα χέρια του με απαίτηση των Μακεδόνων ώστε να αναλάβει την εξουσία ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

apeleftherono, apeleytherwnw


Deutsche Synonyme zu: απελευθερώνω

säubern befreien entlasten erlösen freilassen entlassen laufen lassen auf freien Fuß setzen (jemandem) die Freiheit schenken (jemandem) die Freiheit wiedergeben freisetzen losgeben loslassen in die Freiheit entlassen (jemanden) aus der Haft entlassen (sich innerlich) verabschieden (von) (innerlich) Abstand gewinnen


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
απελευθερώσει
μετοχή (ενεστώτας)
απελευθερώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας απελευθερώνω απελευθερώνεις απελευθερώνει απελευθερώνο(υ)με απελευθερώνετε απελευθερώνουν(ε)
παρατατικός απελευθέρωνα απελευθέρωνες απελευθέρωνε απελευθερώναμε απελευθερώνατε απελευθέρωναν, απελευθερώναν(ε)
αόριστος απελευθέρωσα απελευθέρωσες απελευθέρωσε απελευθερώσαμε απελευθερώσατε απελευθέρωσαν, απελευθερώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα απελευθερώνω θα απελευθερώνεις θα απελευθερώνει θα απελευθερώνο(υ)με θα απελευθερώνετε θα απελευθερώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα απελευθερώσω θα απελευθερώσεις θα απελευθερώσει θα απελευθερώσο(υ)με θα απελευθερώσετε θα απελευθερώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω απελευθερώσει έχεις απελευθερώσει έχει απελευθερώσει έχο(υ)με απελευθερώσει έχετε απελευθερώσει έχουν(ε) απελευθερώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα απελευθερώσει είχες απελευθερώσει είχε απελευθερώσει είχαμε απελευθερώσει είχατε απελευθερώσει είχαν(ε) απελευθερώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω απελευθερώσει θα έχεις απελευθερώσει θα έχει απελευθερώσει θα έχο(υ)με απελευθερώσει θα έχετε απελευθερώσει θα έχουν(ε) απελευθερώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να απελευθερώνω να απελευθερώνεις να απελευθερώνει να απελευθερώνο(υ)με να απελευθερώνετε να απελευθερώνουν(ε)
αόριστος να απελευθερώσω να απελευθερώσεις να απελευθερώσει να απελευθερώσο(υ)με να απελευθερώσετε να απελευθερώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω απελευθερώσει να έχεις απελευθερώσει να έχει απελευθερώσει να έχο(υ)με απελευθερώσει να έχετε απελευθερώσει να έχουν(ε) απελευθερώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας απελευθέρωνε απελευθερώνετε
αόριστος απελευθέρωσε απελευθερώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15