αναμειγνύω Verb  [anamignio, anamirnio, anameignyw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu αναμειγνύω

αναμειγνύω altgriechisch ἀναμείγνυμι


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu αναμειγνύω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναμειγνύωαναμειγνύουμε, αναμειγνύομεαναμειγνύομαιαναμειγνυόμαστε
αναμειγνύειςαναμειγνύετεαναμειγνύεσαιαναμειγνύεστε, αναμειγνυόσαστε
αναμειγνύειαναμειγνύουν(ε)αναμειγνύεταιαναμειγνύονται
Imper
fekt
αναδείκνυααναμειγνύαμεαναμειγνυόμουν(α)αναμειγνυόμαστε, αναμειγνυόμασταν
αναδείκνυεςαναμειγνύατεαναμειγνυόσουν(α)αναμειγνυόσαστε, αναμειγνυόσασταν
αναδείκνυεαναδείκνυαν, αναμειγνύαν(ε)αναμειγνυόταν(ε)αναμειγνύονταν, αναμειγνυόντανε, αναμειγνυόντουσαν
Aoristανέμειξα, ανάμειξααναμείξαμεαναμείχθηκα, αναμείχτηκααναμειχθήκαμε, αναμειχτήκαμε
ανέμειξες, ανάμειξεςαναμείξατεαναμείχθηκες, αναμείχτηκεςαναμειχθήκατε, αναμειχτήκατε
ανέμειξε, ανάμειξεανέμειξαν, ανάμειξαν, αναμείξαν(ε)αναμείχθηκε, αναμείχτηκεαναμείχθηκαν, αναμειχθήκαν(ε)
αναμείχτηκαν, αναμειχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αναμείξειέχουμε αναμείξειέχω αναμειχθείέχουμε αναμειχθεί
έχεις αναμείξειέχετε αναμείξειέχεις αναμειχθείέχετε αναμειχθεί
έχει αναμείξειέχουν αναμείξειέχει αναμειχθείέχουν αναμειχθεί
Plu
per
fekt
είχα αναμείξειείχαμε αναμείξειείχα αναμειχθείείχαμε αναμειχθεί
είχες αναμείξειείχατε αναμείξειείχες αναμειχθείείχατε αναμειχθεί
είχε αναμείξειείχαν αναμείξειείχε αναμειχθείείχαν αναμειχθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναμειγνύωθα αναμειγνύουμε, θα αναμειγνύομεθα αναμειγνύομαιθα αναμειγνυόμαστε
θα αναμειγνύειςθα αναμειγνύετεθα αναμειγνύεσαιθα αναμειγνύεστε, θα αναμειγνυόσαστε
θα αναμειγνύειθα αναμειγνύουν(ε)θα αναμειγνύεταιθα αναμειγνύονται
Fut
ur
θα αναμείξωθα αναμείξουμε, θα αναμείξομεθα αναμειχθώθα αναμειχθούμε
θα αναμείξειςθα αναμείξετεθα αναμειχθείςθα αναμειχθείτε
θα αναμείξειθα αναμείξουν(ε)θα αναμειχθείθα αναμειχθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναμείξειθα έχουμε αναμείξειθα έχω αναμειχθείθα έχουμε αναμειχθεί
θα έχεις αναμείξειθα έχετε αναμείξειθα έχεις αναμειχθείθα έχετε αναμειχθεί
θα έχει αναμείξειθα έχουν αναμείξειθα έχει αναμειχθείθα έχουν αναμειχθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναμειγνύωνα αναμειγνύουμε, να αναμειγνύομενα αναμειγνύομαινα αναμειγνυόμαστε
να αναμειγνύειςνα αναμειγνύετενα αναμειγνύεσαινα αναμειγνύεστε, να αναμειγνυόσαστε
να αναμειγνύεινα αναμειγνύουν(ε)να αναμειγνύεταινα αναμειγνύονται
Aoristνα αναμείξωνα αναμείξουμε, να αναμείξομενα αναμειχθώνα αναμειχθούμε
να αναμείξειςνα αναμείξετενα αναμειχθείςνα αναμειχθείτε
να αναμείξεινα αναμείξουν(ε)να αναμειχθείνα αναμειχθούν(ε)
Perfνα έχω αναμείξεινα έχουμε αναμείξεινα έχω αναμειχθείνα έχουμε αναμειχθεί
να έχεις αναμείξεινα έχετε αναμείξεινα έχεις αναμειχθείνα έχετε αναμειχθεί
να έχει αναμείξεινα έχουν αναμείξεινα έχει αναμειχθείνα έχουν αναμειχθεί
Imper
ativ
Presαναδείκνυεαναμειγνύετεαναμειγνύεστε
Aoristανάμειξεαναμείξετε, αναμείξτεαναμείξουαναμειχθείτε
Part
izip
Presαναμειγνύονταςαναμειγνυόμενος
Perfέχοντας αναμείξειανα(με)μειγμένος, -η, -οανα(με)μειγμένοι, -ες, -α
InfinAoristαναμείξειαναμειχθεί













Griechische Definition zu αναμειγνύω

αναμειγνύω [anamiγnío] -ομαι Ρ αόρ. ανέμειξα και ανάμειξα, απαρέμφ. αναμείξει, παθ. αόρ. αναμείχθηκα, απαρέμφ. αναμειχθεί, μππ. αναμειγμένος και αναμεμειγμένος* : I.ανακατεύωI1α, συνήθ. για ουσίες ή υλικά σε μορφή διαλύματος, πολτού ή σκόνης: Ο ζωγράφος αναμειγνύει τα διάφορα χρώματα. Tο τσιμέντο αναμειγνύεται με άμμο και νερό, για να γίνει μπετόν. II. (μτφ.) 1α. παρακινώ κπ. ή γίνομαι η αιτία να συμμετάσχει σε κάποια συνήθ. ύποπτη ή παράνομη δραστηριότητα· ανακατεύωII2γ: Tον ανέμειξαν στην υπόθεση αυτή παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του. || ενοχοποιώ κπ.: Προσπάθησαν να τον αναμείξουν στα σκάνδαλα, τελικά όμως αποδείχτηκε η αθωότητά του. β. (παθ.) συμμετέχω, παίρνω μέρος σε κτ., ανακατεύομαι: Aναμείχθηκε σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες της εποχής του / στα γεγονότα του εμφυλίου. Έχει αναμειχθεί σε συνωμοσία. || επεμβαίνω σε κτ., συνήθ. με τρόπο ανεπίτρεπτο ή αδιάκριτο: Ο ξένος παράγοντας αναμείχθηκε αποφασιστικά στις πολιτικές εξελίξεις. Mην αναμειγνύεσαι στα οικογενειακά μας. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback