αναμειγνύω  Verb  [anamignio, anamirnio, anameignyw]

Ähnliche Bedeutung wie αναμειγνύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αναμειγνύω

... λέξη είναι αρχαία λέξη και προέρχεται από το ρήμα κεράννυμι, ανακατεύω, αναμειγνύω. Τα κράματα περιέχουν κατά κανόνα ένα μέταλλο ως κύριο ή κύρια συστατικά ...

... συνδυασμό τον λέξεων θεός + κράσις, μορφή του ρήματος κεράννυμι που σημαίνει «αναμειγνύω». Η θεοκρασία χρησιμοποιείται για να περιγραφεί: Η πρόσμειξη ιδιοτήτων ...

... διαφορετικών (συχνά φαινομενικά απλώς διαφορετικών) πίστεων, συνήθως αναμειγνύοντας πρακτικές ποικίλων σχολών σκέψης. Ο συγκρητισμός μπορεί να περιλαμβάνει ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze vermischen

... Sie vermischen die Zutaten. ...

... meistbesuchten touristischen Ziele des Landes. Hier vermischen sich Geschäftstourismus und Kulturtourismus: Louvre, Eiffelturm und das Centre Georges Pompidou ...

... Stabil Elite ist eine deutsche Band aus Düsseldorf. Sie vermischen elektronische Elemente mit denen klassischer Bands und erzeugen dadurch einen eigenen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΝΑΜΕΙΓΝΥΩ
I mix (up)
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αναμειγνύωαναμειγνύουμε, αναμειγνύομεαναμειγνύομαιαναμειγνυόμαστε
αναμειγνύειςαναμειγνύετεαναμειγνύεσαιαναμειγνύεστε, αναμειγνυόσαστε
αναμειγνύειαναμειγνύουν(ε)αναμειγνύεταιαναμειγνύονται
Imper
fekt
αναδείκνυααναμειγνύαμεαναμειγνυόμουν(α)αναμειγνυόμαστε, αναμειγνυόμασταν
αναδείκνυεςαναμειγνύατεαναμειγνυόσουν(α)αναμειγνυόσαστε, αναμειγνυόσασταν
αναδείκνυεαναδείκνυαν, αναμειγνύαν(ε)αναμειγνυόταν(ε)αναμειγνύονταν, αναμειγνυόντανε, αναμειγνυόντουσαν
Aoristανέμειξα, ανάμειξααναμείξαμεαναμείχθηκα, αναμείχτηκααναμειχθήκαμε, αναμειχτήκαμε
ανέμειξες, ανάμειξεςαναμείξατεαναμείχθηκες, αναμείχτηκεςαναμειχθήκατε, αναμειχτήκατε
ανέμειξε, ανάμειξεανέμειξαν, ανάμειξαν, αναμείξαν(ε)αναμείχθηκε, αναμείχτηκεαναμείχθηκαν, αναμειχθήκαν(ε)
αναμείχτηκαν, αναμειχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω αναμείξειέχουμε αναμείξειέχω αναμειχθείέχουμε αναμειχθεί
έχεις αναμείξειέχετε αναμείξειέχεις αναμειχθείέχετε αναμειχθεί
έχει αναμείξειέχουν αναμείξειέχει αναμειχθείέχουν αναμειχθεί
Plu
per
fect
είχα αναμείξειείχαμε αναμείξειείχα αναμειχθείείχαμε αναμειχθεί
είχες αναμείξειείχατε αναμείξειείχες αναμειχθείείχατε αναμειχθεί
είχε αναμείξειείχαν αναμείξειείχε αναμειχθείείχαν αναμειχθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αναμειγνύωθα αναμειγνύουμε, θα αναμειγνύομεθα αναμειγνύομαιθα αναμειγνυόμαστε
θα αναμειγνύειςθα αναμειγνύετεθα αναμειγνύεσαιθα αναμειγνύεστε, θα αναμειγνυόσαστε
θα αναμειγνύειθα αναμειγνύουν(ε)θα αναμειγνύεταιθα αναμειγνύονται
Fut
ur
θα αναμείξωθα αναμείξουμε, θα αναμείξομεθα αναμειχθώθα αναμειχθούμε
θα αναμείξειςθα αναμείξετεθα αναμειχθείςθα αναμειχθείτε
θα αναμείξειθα αναμείξουν(ε)θα αναμειχθείθα αναμειχθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αναμείξειθα έχουμε αναμείξειθα έχω αναμειχθείθα έχουμε αναμειχθεί
θα έχεις αναμείξειθα έχετε αναμείξειθα έχεις αναμειχθείθα έχετε αναμειχθεί
θα έχει αναμείξειθα έχουν αναμείξειθα έχει αναμειχθείθα έχουν αναμειχθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αναμειγνύωνα αναμειγνύουμε, να αναμειγνύομενα αναμειγνύομαινα αναμειγνυόμαστε
να αναμειγνύειςνα αναμειγνύετενα αναμειγνύεσαινα αναμειγνύεστε, να αναμειγνυόσαστε
να αναμειγνύεινα αναμειγνύουν(ε)να αναμειγνύεταινα αναμειγνύονται
Aoristνα αναμείξωνα αναμείξουμε, να αναμείξομενα αναμειχθώνα αναμειχθούμε
να αναμείξειςνα αναμείξετενα αναμειχθείςνα αναμειχθείτε
να αναμείξεινα αναμείξουν(ε)να αναμειχθείνα αναμειχθούν(ε)
Perfνα έχω αναμείξεινα έχουμε αναμείξεινα έχω αναμειχθείνα έχουμε αναμειχθεί
να έχεις αναμείξεινα έχετε αναμείξεινα έχεις αναμειχθείνα έχετε αναμειχθεί
να έχει αναμείξεινα έχουν αναμείξεινα έχει αναμειχθείνα έχουν αναμειχθεί
Imper
ativ
Presαναδείκνυεαναμειγνύετεαναμειγνύεστε
Aoristανάμειξεαναμείξετε, αναμείξτεαναμείξουαναμειχθείτε
Part
izip
Presαναμειγνύονταςαναμειγνυόμενος
Perfέχοντας αναμείξειανα(με)μειγμένος, -η, -οανα(με)μειγμένοι, -ες, -α
InfinAoristαναμείξειαναμειχθεί





Person Wortform
Präsens ich mixe
du mixt
er, sie, es mixt
Präteritum ich mixte
Konjunktiv II ich mixte
Imperativ Singular mix!
mixe!
Plural mixt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gemixt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:mixen








Griechische Definition zu αναμειγνύω

αναμειγνύω [anamiγnío] -ομαι Ρ αόρ. ανέμειξα και ανάμειξα, απαρέμφ. αναμείξει, παθ. αόρ. αναμείχθηκα, απαρέμφ. αναμειχθεί, μππ. αναμειγμένος και αναμεμειγμένος* : I.ανακατεύωI1α, συνήθ. για ουσίες ή υλικά σε μορφή διαλύματος, πολτού ή σκόνης: Ο ζωγράφος αναμειγνύει τα διάφορα χρώματα. Tο τσιμέντο αναμειγνύεται με άμμο και νερό, για να γίνει μπετόν. II. (μτφ.) 1α. παρακινώ κπ. ή γίνομαι η αιτία να συμμετάσχει σε κάποια συνήθ. ύποπτη ή παράνομη δραστηριότητα· ανακατεύωII2γ: Tον ανέμειξαν στην υπόθεση αυτή παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του. || ενοχοποιώ κπ.: Προσπάθησαν να τον αναμείξουν στα σκάνδαλα, τελικά όμως αποδείχτηκε η αθωότητά του. β. (παθ.) συμμετέχω, παίρνω μέρος σε κτ., ανακατεύομαι: Aναμείχθηκε σε όλους τους κοινωνικούς αγώνες της εποχής του / στα γεγονότα του εμφυλίου. Έχει αναμειχθεί σε συνωμοσία. || επεμβαίνω σε κτ., συνήθ. με τρόπο ανεπίτρεπτο ή αδιάκριτο: Ο ξένος παράγοντας αναμείχθηκε αποφασιστικά στις πολιτικές εξελίξεις. Mην αναμειγνύεσαι στα οικογενειακά μας. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αναμειγνύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15