αμόλυντος  

  • unbefleckt
    upvotedownvote
  • unberührt
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... όρος προέρχεται από τη λατινική λέξη "castus", που σημαίνει καθαρός, αμόλυντος, χωρίς αναμείξεις. Στην απλούστερη μορφή του ο όρος ταυτίζεται με το χρώμα ...

... και τον ενισχύει στην τέλεση των Μυστηρίων και στον αγώνα για καθαρή και αμόλυντη ζωή. Γι' αυτό και η ευχή-ψαλμός της ενδύσεως της ζώνης είναι: «Ευλογητός ...

... περιβολή των Αγγέλων, το φως του Θεού, τη σάρκα του Χριστού και το καθαρό και αμόλυντο της ιερατικής τάξης. Εάν έχει κόκκινο χρώμα, σημαίνει το πάθος του Χριστού ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

amolintos, amolyntos


Deutsche Synonyme zu: αμόλυντος

makellos lauter schuldlos unbefleckt rein unschuldig unschuldig wie ein Lamm unschuldig wie ein Lämmchen unschuldig wie ein neugeborenes Baby koscher (religiös) rein unangetastet ursprünglich jungfräulich unberührt unverändert flammneu taufrisch sehr neu unbenutzt brandneu flatschneu funkelnagelneu ganz neu ofenfrisch ofenwarm nagelneu frisch aus (der/dem - z.B. Druckerei) noch ganz warm nigelnagelneu frisch auf den Tisch unverbildet unerfahren naiv mädchenhaft keusch züchtig sittsam unbescholten unbefleckt (bibl.) unverdorben anständig

ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15