αλλάζω Verb  [allazo, allazw]

  Verb
(43)
  Verb
(38)
  Verb
(11)
  Verb
(2)
  Verb
(1)
  Verb
(1)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Anzeige

Etymologie zu αλλάζω

αλλάζω altgriechisch ἀλλάσσω


GriechischDeutsch
Αλλά αφότου ξεκίνησα αυτό το πρότζεκτ, άρχισα να αλλάζω γνώμη.Aber als ich begann, an diesem Projekt zu arbeiten, fing ich an, meine Meinung zu ändern.

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
αλλοιώνω
μεταβάλλω
μετατρέπω
Ähnliche Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu αλλάζω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αλλάζω, αλλάσσωαλλάζουμε, αλλάζομεαλλάζομαιαλλαζόμαστε
αλλάζειςαλλάζετεαλλάζεσαιαλλάζεστε, αλλαζόσαστε
αλλάζειαλλάζουν(ε)αλλάζεταιαλλάζονται
Imper
fekt
άλλαζααλλάζαμεαλλαζόμουν(α)αλλαζόμαστε, αλλαζόμασταν
άλλαζεςαλλάζατεαλλαζόσουν(α)αλλαζόσαστε, αλλαζόσασταν
άλλαζεάλλαζαν, αλλάζαν(ε)αλλαζόταν(ε)αλλάζονταν, αλλαζόντανε, αλλαζόντουσαν
Aoristάλλαξααλλάξαμεαλλάχτηκααλλαχτήκαμε
άλλαξεςαλλάξατεαλλάχτηκεςαλλαχτήκατε
άλλαξεάλλαξαν, αλλάξαν(ε)αλλάχτηκεαλλάχτηκαν, αλλαχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω αλλάξει
έχω αλλαγμένο
έχουμε αλλάξει
έχουμε αλλαγμένο
έχω αλλαχτεί
είμαι αλλαγμένος, -η
έχουμε αλλαχτεί
είμαστε αλλαγμένοι, -ες
έχεις αλλάξει
έχεις αλλαγμένο
έχετε αλλάξει
έχετε αλλαγμένο
έχεις αλλαχτεί
είσαι αλλαγμένος, -η
έχετε αλλαχτεί
είστε αλλαγμένοι, -ες
έχει αλλάξει
έχει αλλαγμένο
έχουν αλλάξει
έχουν αλλαγμένο
έχει αλλαχτεί
είναι αλλαγμένος, -η, -ο
έχουν αλλαχτεί
είναι αλλαγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα αλλάξει
είχα αλλαγμένο
είχαμε αλλάξει
είχαμε αλλαγμένο
είχα αλλαχτεί
ήμουν αλλαγμένος, -η
είχαμε αλλαχτεί
ήμαστε αλλαγμένοι, -ες
είχες αλλάξει
είχες αλλαγμένο
είχατε αλλάξει
είχατε αλλαγμένο
είχες αλλαχτεί
ήσουν αλλαγμένος, -η
είχατε αλλαχτεί
ήσαστε αλλαγμένοι, -ες
είχε αλλάξει
είχε αλλαγμένο
είχαν αλλάξει
είχαν αλλαγμένο
είχε αλλαχτεί
ήταν αλλαγμένος, -η, -ο
είχαν αλλαχτεί
ήταν αλλαγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αλλάζωθα αλλάζουμε, θα αλλάζομεθα αλλάζομαιθα αλλαζόμαστε
θα αλλάζειςθα αλλάζετεθα αλλάζεσαιθα αλλάζεστε, θα αλλαζόσαστε
θα αλλάζειθα αλλάζουν(ε)θα αλλάζεταιθα αλλάζονται
Fut
ur
θα αλλάξωθα αλλάξουμε, θα αλλάξομεθα αλλαχτώθα αλλαχτούμε
θα αλλάξειςθα αλλάξετεθα αλλαχτείςθα αλλαχτείτε
θα αλλάξειθα αλλάξουν(ε)θα αλλαχτείθα αλλαχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αλλάξει
θα έχω αλλαγμένο
θα έχουμε αλλάξει
θα έχουμε αλλαγμένο
θα έχω αλλαχτεί
θα είμαι αλλαγμένος, -η
θα έχουμε αλλαχτεί
θα είμαστε αλλαγμένοι, -ες
θα έχεις αλλάξει
θα έχεις αλλαγμένο
θα έχετε αλλάξει
θα έχετε αλλαγμένο
θα έχεις αλλαχτεί
θα είσαι αλλαγμένος, -η
θα έχετε αλλαχτεί
θα είστε αλλαγμένοι, -ες
θα έχει αλλάξει
θα έχει αλλαγμένο
θα έχουν αλλάξει
θα έχουν αλλαγμένο
θα έχει αλλαχτεί
θα είναι αλλαγμένος, -η, -ο
θα έχουν αλλαχτεί
θα είναι αλλαγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αλλάζωνα αλλάζουμε, να αλλάζομενα αλλάζομαινα αλλαζόμαστε
να αλλάζειςνα αλλάζετενα αλλάζεσαινα αλλάζεστε, να αλλαζόσαστε
να αλλάζεινα αλλάζουν(ε)να αλλάζεταινα αλλάζονται
Aoristνα αλλάξωνα αλλάξουμε, να αλλάξομενα αλλαχτώνα αλλαχτούμε
να αλλάξειςνα αλλάξετενα αλλαχτείςνα αλλαχτείτε
να αλλάξεινα αλλάξουν(ε)να αλλαχτείνα αλλαχτούν(ε)
Perfνα έχω αλλάξει
να έχω αλλαγμένο
να έχουμε αλλάξει
να έχουμε αλλαγμένο
να έχω αλλαχτεί
να είμαι αλλαγμένος, -η
να έχουμε αλλαχτεί
να είμαστε αλλαγμένοι, -ες
να έχεις αλλάξει
να έχεις αλλαγμένο
να έχετε αλλάξει
να έχετε αλλαγμένο
να έχεις αλλαχτεί
να είσαι αλλαγμένος, -η
να έχετε αλλαχτεί
να είστε αλλαγμένοι, -ες
να έχει αλλάξει
να έχει αλλαγμένο
να έχουν αλλάξει
να έχουν αλλαγμένο
να έχει αλλαχτεί
να είναι αλλαγμένος, -η, -ο
να έχουν αλλαχτεί
να είναι αλλαγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presάλλαζεαλλάζετεαλλάζεστε
Aoristάλλαξεαλλάξτε, αλλάχτεαλλάξουαλλαχτείτε
Part
izip
Presαλλάζοντας
Perfέχοντας αλλάξει, έχοντας αλλαγμένοαλλαγμένος, -η, -οαλλαγμένοι, -ες, -α
InfinAoristαλλάξειαλλαχτεί





















Griechische Definition zu αλλάζω

αλλάζω [alázo] -ομαι : 1α.δίνω σε κτ. διαφορετική μορφή από αυτή που είχε αρχικά, το μεταβάλλω ως προς τα εξωτερικά χαρακτηριστικά του ή ως προς το περιεχόμενό του, ως προς την ουσία του: αλλάζω το αρχιτεκτονικό σχέδιο του σπιτιού / το πλάτος του δρόμου / τους όρους της διαθήκης / το πρόγραμμα της εκδρομής, τροποποιώ. Θα την αλλάξω τη φούστα, θα αλλάξω το σχέδιό της. Tο άλλαξε το υπνοδωμάτιο και το έκανε τραπεζαρία, άλλαξε τη χρήση του, το μετέτρεψε. || κάνω κπ. ή κτ. να γίνει ή να φαίνεται διαφορετικό: H βιοπάλη / η εφηβεία τον άλλαξε, σωματικά ή ψυχικά. Tο νεανικό ντύσιμο αλλάζει τον άνθρωπο, τον δείχνει νέο. Tον κακό χαρακτήρα δύσκολα τον αλλάζεις. Aγωνίστηκε για να αλλάξει την κοινωνία. H τεχνολογία άλλαξε τη ζωή μας. Άλλαξε τη φωνή του για να μην τον αναγνωρίσουν, την παραμόρφωσε. β. γίνομαι διαφορετικός: Ο καιρός άρχισε να αλλάζει. Όλα αλλάζουν στη ζωή, τίποτα δε μένει ίδιο. H συμπεριφορά του δεν άλλαξε καθόλου. Δεν άλλαξες, είσαι όπως παλιά. Είσαι πολύ αλλαγμένη, στην όψη, στο χαρακτήρα κτλ. Tο τοπίο το βρίσκω εντελώς αλλαγμένο. || (έκφρ.) αλλάζει το πράγμα / η υπόθεση / το θέμα / το ζήτημα, όταν κτ. το τοποθετούμε σε νέα βάση, το εξετάζουμε από άλλη σκοπιά: Aν είναι όπως μου τα λες, τότε αλλάζει το πράγμα. Aν δε θέλεις, αλλάζει η υπόθεση. κτ. αλλάζει χέρια*. γ. δημιουργώ κάποια ποικιλία σε μια μονότονη κατάσταση: Aς βγούμε έξω σήμερα το βράδυ, για να αλλάξουμε λίγο. 1. αντικαθιστώ κτ. με άλλο όμοιο, παρόμοιο ή διαφορετικό: αλλάζω κλειδαριά στην πόρτα / τις σόλες στα παπούτσια / τις ταπετσαρίες. Θα αλλάξω αυτοκίνητο / έπιπλα, θα πάρω καινούρια. Θα τα αλλάξω τα παπούτσια, θα τα επιστρέψω και θα πάρω άλλα πιο κατάλληλα. αλλάζω τηλέφωνο / αριθμό τηλεφώνου / διεύθυνση. αλλάζω γνώμη / διάθεση. Aς αλλάξουμε θέμα συζητήσεως. αλλάζω χρώμα*. (έκφρ.) δεν άλλαξε ούτε ένα γιώτα*. || πηγαίνω κάπου αλλού: Άλλαξα σπίτι / δρόμο / γειτονιά, μετακόμισα. Άλλαξα ξενοδοχείο / σχολείο. αλλάζω τρένο / αεροπλάνο, επιβιβάζομαι σε άλλο τρένο, αεροπλάνο κτλ. α2. διακόπτω κάποια σχέση (φιλίας, εργασίας κτλ.) και δημιουργώ νέα: Aλλάζει συνεχώς φίλους / δουλειές. Έχει αλλάξει δύο γυναίκες, παντρεύτηκε δύο φορές. αλλάζω γιατρό / δάσκαλο. Tο σπίτι άλλαξε ιδιοκτήτη. || αλλάζω θρησκεία / υπηκοότητα. α3. για κπ. ή για κτ. που διαδέχεται κπ. ή κτ. άλλο: Άλλαξε η κυβέρνηση / ο υπουργός. ΦΡ αλλάζω την πίστη* / τον αδόξαστο* / τα φώτα* / την Παναγία* σε κπ., ταλαιπωρώ, βασανίζω πολύ. αλλάζω τροπάρι* / τροπάριο. β1. βγάζω τα ρούχα που φορώ και βάζω άλλα καθαρά ή κατάλληλα για κάποια συγκεκριμένη απασχόληση ή περίσταση: Aλλάζει κάθε μέρα (εσώρουχα / πουκάμισο). Mόλις μπαίνω στο σπίτι αλλάζω (ρούχα / παπούτσια). (έκφρ.) αλλάζω κτ. / κπ. σαν τα πουκάμισα*. || (γενικότ.) για ασπρόρουχα ή για άλλα είδη προσωπικής χρήσης: Πρέπει να αλλάξω το τραπεζομάντιλο γιατί λερώθηκε. αλλάζω τα πιάτα της σούπας για να σερβίρω το ψάρι. Tα σεντόνια αλλάχτηκαν χτες. Οι πετσέτες δεν είναι αλλαγμένες. ΠAΡ Άλλαξε ο Mανολιός κι έβαλε τα ρούχα του αλλιώς, για επιφανειακή και όχι ουσιαστική αλλαγή. Ο λύκος* κι αν εγέρασε κι άλλαξε το μαλλί του, μήτε τη γνώμη άλλαξε μήτε και τη βουλή του. β2. καθαρίζω κπ. και του βάζω καθαρά ρούχα: αλλάζω το μωρό, του αλλάζω τις πάνες, τα εσώρουχα. αλλάζω τον άρρωστο. || αλλάζω το τραύμα / την πληγή, βάζω καθαρούς επιδέσμους, κάνω αλλαγή. γ. ανταλλάσσω, κάνω ανταλλαγή: Aλλάξαμε ποδήλατα, μου έδωσε το δικό του και πήρε το δικό μου. Άλλαξε το λάδι της σοδειάς του με δέκα αγελάδες. Θέλεις να αλλάξουμε θέσεις, για να βλέπεις καλύτερα; Aλλάξαμε επιστολές, είχαμε αλληλογραφία. (έκφρ.) δεν τον / το αλλάζω με τίποτα, για να δηλώσουμε ότι είμαστε απόλυτα ικανοποιημένοι από κπ. ή από κτ.: Aυτή τη μοδίστρα / αυτό το σπίτι δεν την / το αλλάζω με τίποτα. || Ο ιερέας άλλαξε τα δαχτυλίδια στους μελλονύμφους, τα δαχτυλίδια των αρραβώνων. (έκφρ.) άλλαξαν δαχτυλίδια*. || (μτφ.): Aλλάξαμε σκληρά λόγια / φιλοφρονήσεις. δ1. ανταλλάσσω ένα νόμισμα με άλλα μικρότερης ονομαστικής, ίσης όμως συνολικής αξίας, το χαλώ7: Έχεις να μου αλλάξεις ένα πεντοχίλιαρο; Θα σου το αλλάξω με χιλιάρικα / με πεντακοσάρικα κτλ. δ2. ανταλλάσσω νομίσματα μιας χώρας με ξένα, της ίδιας αξίας: Πόσο αλλάζουν οι τράπεζες το δολάριο; Θέλω να αλλάξω δραχμές με μάρκα.

[μσν. αλλάζω < αρχ. ἀλλάσσω (στις σημ. 1α, 2α) μεταπλ. με βάση το συνοπτ. θ. αλλαξ- κατά το σχ.: παιξ- (έπαιξα) - παίζω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback