αιχμαλωτίζω  Verb  [echmalotizo, aixmalwtizw]

Ähnliche Bedeutung wie αιχμαλωτίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze αιχμαλωτίζω

... ευχάριστη και να ψυχαγωγεί, στο να δείχνει ζωντάνια και ευφυΐα, κάτι που αιχμαλώτιζε τους συνομιλητές της. Η Κλεοπάτρα ανέβηκε στο θρόνο της Αιγύπτου ...

... κενά έχουν το δικαίωμα να κινηθούν κατά δυο τετράγωνα μπροστά. Δεν αιχμαλωτίζουν όμως με αυτόν τον τρόπο. Δεν επιτρέπεται να καταλάβουν με αυτόν τον ...

... απολήξεις. Κατά την αναπνοή ή γενικά τη ροή αέρα σωματίδια από την ουσία αιχμαλωτίζονται από τους νευρικούς αισθητήρες και αυτοί ταυτοποιούν το σχήμα και το ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze erfassen

... Ich finde, dass Tatoeba für uns Sprachfreunde zu einem sehr angenehmen und behaglichen Ort geworden ist, besonders für all diejenigen von uns, die verhältnismäßig schnell und einfach Sprachen erfassen und lernen können. ...

... Das alles sind nur Teilaspekte. Wir müssen das Ganze erfassen und begreifen. ...

... der Affekt ist vom Fühlen oder dem Gefühl zu unterscheiden. So erfassen die Begriffe des Fühlens oder des Gefühls die unterschiedlichsten psychischen ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΑΙΧΜΑΛΩΤΙΖΩ
I capture
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
αιχμαλωτίζωαιχμαλωτίζουμε, αιχμαλωτίζομεαιχμαλωτίζομαιαιχμαλωτιζόμαστε
αιχμαλωτίζειςαιχμαλωτίζετεαιχμαλωτίζεσαιαιχμαλωτίζεστε, αιχμαλωτιζόσαστε
αιχμαλωτίζειαιχμαλωτίζουν(ε)αιχμαλωτίζεταιαιχμαλωτίζονται
Imper
fekt
αιχμαλώτιζααιχμαλωτίζαμεαιχμαλωτιζόμουν(α)αιχμαλωτιζόμαστε, αιχμαλωτιζόμασταν
αιχμαλώτιζεςαιχμαλωτίζατεαιχμαλωτιζόσουν(α)αιχμαλωτιζόσαστε, αιχμαλωτιζόσασταν
αιχμαλώτιζεαιχμαλώτιζαν, αιχμαλωτίζαν(ε)αιχμαλωτιζόταν(ε)αιχμαλωτίζονταν, αιχμαλωτιζόντανε, αιχμαλωτιζόντουσαν
Aoristαιχμαλώτισααιχμαλωτίσαμεαιχμαλωτίστηκααιχμαλωτιστήκαμε
αιχμαλώτισεςαιχμαλωτίσατεαιχμαλωτίστηκεςαιχμαλωτιστήκατε
αιχμαλώτισεαιχμαλώτισαν, αιχμαλωτίσαν(ε)αιχμαλωτίστηκεαιχμαλωτίστηκαν, αιχμαλωτιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω αιχμαλωτίσει
έχω αιχμαλωτισμένο
έχουμε αιχμαλωτίσει
έχουμε αιχμαλωτισμένο
έχω αιχμαλωτιστεί
είμαι αιχμαλωτισμένος, -η
έχουμε αιχμαλωτιστεί
είμαστε αιχμαλωτισμένοι, -ες
έχεις αιχμαλωτίσει
έχεις αιχμαλωτισμένο
έχετε αιχμαλωτίσει
έχετε αιχμαλωτισμένο
έχεις αιχμαλωτιστεί
είσαι αιχμαλωτισμένος, -η
έχετε αιχμαλωτιστεί
είστε αιχμαλωτισμένοι, -ες
έχει αιχμαλωτίσει
έχει αιχμαλωτισμένο
έχουν αιχμαλωτίσει
έχουν αιχμαλωτισμένο
έχει αιχμαλωτιστεί
είναι αιχμαλωτισμένος, -η, -ο
έχουν αιχμαλωτιστεί
είναι αιχμαλωτισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα αιχμαλωτίσει
είχα αιχμαλωτισμένο
είχαμε αιχμαλωτίσει
είχαμε αιχμαλωτισμένο
είχα αιχμαλωτιστεί
ήμουν αιχμαλωτισμένος, -η
είχαμε αιχμαλωτιστεί
ήμαστε αιχμαλωτισμένοι, -ες
είχες αιχμαλωτίσει
είχες αιχμαλωτισμένο
είχατε αιχμαλωτίσει
είχατε αιχμαλωτισμένο
είχες αιχμαλωτιστεί
ήσουν αιχμαλωτισμένος, -η
είχατε αιχμαλωτιστεί
ήσαστε αιχμαλωτισμένοι, -ες
είχε αιχμαλωτίσει
είχε αιχμαλωτισμένο
είχαν αιχμαλωτίσει
είχαν αιχμαλωτισμένο
είχε αιχμαλωτιστεί
ήταν αιχμαλωτισμένος, -η, -ο
είχαν αιχμαλωτιστεί
ήταν αιχμαλωτισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα αιχμαλωτίζωθα αιχμαλωτίζουμε, θα αιχμαλωτίζομεθα αιχμαλωτίζομαιθα αιχμαλωτιζόμαστε
θα αιχμαλωτίζειςθα αιχμαλωτίζετεθα αιχμαλωτίζεσαιθα αιχμαλωτίζεστε, θα αιχμαλωτιζόσαστε
θα αιχμαλωτίζειθα αιχμαλωτίζουν(ε)θα αιχμαλωτίζεταιθα αιχμαλωτίζονται
Fut
ur
θα αιχμαλωτίσωθα αιχμαλωτίσουμε, θα αιχμαλωτίζομεθα αιχμαλωτιστώθα αιχμαλωτιστούμε
θα αιχμαλωτίσειςθα αιχμαλωτίσετεθα αιχμαλωτιστείςθα αιχμαλωτιστείτε
θα αιχμαλωτίσειθα αιχμαλωτίσουν(ε)θα αιχμαλωτιστείθα αιχμαλωτιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω αιχμαλωτίσει
θα έχω αιχμαλωτισμένο
θα έχουμε αιχμαλωτίσει
θα έχουμε αιχμαλωτισμένο
θα έχω αιχμαλωτιστεί
θα είμαι αιχμαλωτισμένος, -η
θα έχουμε αιχμαλωτιστεί
θα είμαστε αιχμαλωτισμένοι, -ες
θα έχεις αιχμαλωτίσει
θα έχεις αιχμαλωτισμένο
θα έχετε αιχμαλωτίσει
θα έχετε αιχμαλωτισμένο
θα έχεις αιχμαλωτιστεί
θα είσαι αιχμαλωτισμένος, -η
θα έχετε αιχμαλωτιστεί
θα είστε αιχμαλωτισμένοι, -ες
θα έχει αιχμαλωτίσει
θα έχει αιχμαλωτισμένο
θα έχουν αιχμαλωτίσει
θα έχουν αιχμαλωτισμένο
θα έχει αιχμαλωτιστεί
θα είναι αιχμαλωτισμένος, -η, -ο
θα έχουν αιχμαλωτιστεί
θα είναι αιχμαλωτισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να αιχμαλωτίζωνα αιχμαλωτίζουμε, να αιχμαλωτίζομενα αιχμαλωτίζομαινα αιχμαλωτιζόμαστε
να αιχμαλωτίζειςνα αιχμαλωτίζετενα αιχμαλωτίζεσαινα αιχμαλωτίζεστε, να αιχμαλωτιζόσαστε
να αιχμαλωτίζεινα αιχμαλωτίζουν(ε)να αιχμαλωτίζεταινα αιχμαλωτίζονται
Aoristνα αιχμαλωτίσωνα αιχμαλωτίσουμε, να αιχμαλωτίσομενα αιχμαλωτιστώνα αιχμαλωτιστούμε
να αιχμαλωτίσειςνα αιχμαλωτίσετενα αιχμαλωτιστείςνα αιχμαλωτιστείτε
να αιχμαλωτίσεινα αιχμαλωτίσουν(ε)να αιχμαλωτιστείνα αιχμαλωτιστούν(ε)
Perfνα έχω αιχμαλωτίσει
να έχω αιχμαλωτισμένο
να έχουμε αιχμαλωτίσει
να έχουμε αιχμαλωτισμένο
να έχω αιχμαλωτιστεί
να είμαι αιχμαλωτισμένος, -η
να έχουμε αιχμαλωτιστεί
να είμαστε αιχμαλωτισμένοι, -ες
να έχεις αιχμαλωτίσει
να έχεις αιχμαλωτισμένο
να έχετε αιχμαλωτίσει
να έχετε αιχμαλωτισμένο
να έχεις αιχμαλωτιστεί
να είσαι αιχμαλωτισμένος, -η
να έχετε αιχμαλωτιστεί
να είστε αιχμαλωτισμένοι, -ες
να έχει αιχμαλωτίσει
να έχει αιχμαλωτισμένο
να έχουν αιχμαλωτίσει
να έχουν αιχμαλωτισμένο
να έχει αιχμαλωτιστεί
να είναι αιχμαλωτισμένος, -η, -ο
να έχουν αιχμαλωτιστεί
να είναι αιχμαλωτισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presαιχμαλώτιζεαιχμαλωτίζετεαιχμαλωτίζεστε
Aoristαιχμαλώτισεαιχμαλωτίστεαιχμαλωτίσουαιχμαλωτιστείτε
Part
izip
Presαιχμαλωτίζονταςαιχμαλωτιζόμενος
Perfέχοντας αιχμαλωτίσει, έχοντας αιχμαλωτισμένοαιχμαλωτισμένος, -η, -οαιχμαλωτισμένοι, -ες, -α
InfinAoristαιχμαλωτίσειαιχμαλωτιστεί




Griechische Definition zu αιχμαλωτίζω

αιχμαλωτίζω [exmalotízo] -ομαι : 1α.κάνω κπ. αιχμάλωτο: αιχμαλωτίζω ένα άγριο ζώο / πουλί. Kυρίεψαν την πόλη, έσφαξαν τους άντρες κι αιχμαλώτισαν τα γυναικόπαιδα. Aιχμαλωτίστηκε από τους ληστές. β. (για στρατιωτικό) αιχμαλωτίζω κατά τη διάρκεια του πολέμου: αιχμαλωτίζω ένα στρατιώτη / έναν αξιωματικό / ένα λόχο / τάγμα / εχθρικό πλοίο. Ολόκληρη μεραρχία κυκλώθηκε κι αιχμαλωτίστηκε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu αιχμαλωτίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15