{n}  ένα  Art.  [ena]

(0)
{n}    Art.
(0)

Etymologie zu ένα

ένα altgriechisch ἕν


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Synonyme zu ένα

Noch keine Synonyme

Deutsche Synonyme zu ένα

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik


Αόριστο άρθρο

Το αόριστο άρθρο (ένας - μία - ένα), χρησιμοποιείται σε αναφορά μη συγκεκριμένου προσώπου, ζώου, αντικειμένου ή έννοιας (π.χ. ένα ποτάμι ομορφαίνει την πόλη). Το αόριστο άρθρο σε αντίθεση με το οριστικό δεν έχει πληθυντικό, (π.χ. πουλάκια ακούγονταν να κελαηδούν, ή πέρασε βουνά και λαγκάδια).

Όταν το αόριστο άρθρο χρησιμοποιείται με αριθμητική έμφαση τότε χαρακτηρίζεται αριθμητικό. (π.χ. ένας εργάτης έσκαψε όλο το χαντάκι, πήρε μία πορτοκαλάδα, βρήκε ένα μόνο εισιτήριο β΄ θέσης).




Der unbestimmte Artikel
Zählbare Substantive Unzählbare Substantive
aller Genera
Singular Plural
Kasus maskulin feminin neutral
Nominativ ein eine ein NA NA
Genitiv eines einer eines NA NA
Dativ einem einer einem NA NA
Akkusativ einen eine ein NA NA



Griechische Definition zu ένα

εναγκαλίζομαι [enaŋgalízome] .1β : (λόγ.) α. αγκαλιάζω κπ. ή κτ. || (μόνο πληθ.) για πρόσωπα που αγκαλιάζονται. β. (μτφ.) β1. περιβάλλω κπ. ή κτ. με στοργή. β2. ενστερνίζομαι.

[λόγ. < ελνστ. ἐναγκαλίζομαι]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback