permanent
 Adj.

DeutschGriechisch
Die Form dieser Konsultationsinstanzen und die Art des geführten Dialogs unterscheiden sich von Land zu Land, doch überall findet man eine Kombination aus jugendspezifischen Strukturen – z. B. Jugendräte oder –parlamente – und gemischten Strukturen, die sich aus Jugendlichen, politischen Verantwortlichen, Jugendarbeitern usw. zusammensetzen, wobei der Dialog mit den Jugendlichen mehr oder weniger permanent und strukturiert ist.Η μορφή αυτών των συμβουλευτικών φορέων και το είδος του διαλόγου διαφέρουν από τη μία χώρα στην άλλη αλλά συναντάται παντού ένας συνδυασμός ειδικών για τους νέους δομών– π.χ. συμβούλια ή βουλές νεολαίας – και μικτών δομών που αποτελούνται από νέους, πολιτικούς υπεύθυνους, κοινωνικούς λειτουργούς για τη νεολαία, κ.λπ. Αυτό σημαίνει ότι ο διάλογος με τους νέους είναι λίγο ή πολύ μόνιμος και διαρθρωμένος.

Übersetzung bestätigt

Statt dessen sollten wir mit ansehen, was bei Überschreitung der Richtwerte der WHO geschieht, wenn man Menschen, Anwohner und Touristen, permanent Gesundheitsrisiken aussetzt.Τουναντίον, θα έπρεπε να δούμε τι γίνεται όταν εκείνες οι τιμές στόχοι που έθεσε η ΠΟΥ παραβιάζονται διαρκώς, όταν οι άνθρωποι, τόσο ο μόνιμος πληθυσμός όσο και οι τουρίστες, εκθέτουν συνεχώς σε κίνδυνο την υγεία τους.

Übersetzung bestätigt


Grammatik

Noch keine Informationen zur Grammatik vorhanden.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback