führen
 Verb

διευθύνω Verb
(35)
ηγούμαι Verb
(10)
οδηγώ Verb
(7)
κουμαντάρω Verb
(7)

Anzeige
DeutschGriechisch
Ich möchte diesem Parlament mitteilen, daß es in einer Frage überhaupt keinen Zweifel gibt. Ich hatte das Privileg und die Ehre, die Verhandlungen der Uruguay-Runde für die Europäische Union zu führen.Για ένα πράγμα θα ήθελα να διαβεβαιώσω απερίφραστα αυτό το Σώμα: είχα το προνόμιο και την τιμή να διευθύνω τις διαπραγματεύσεις του Γύρου της Ουρουγουάης εξ ονόματος της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Übersetzung bestätigt

Ähnliche Wörter
führend

Grammatik




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
διευθύνωδιευθύνουμε, διευθύνομεδιευθύνομαιδιευθυνόμαστε
διευθύνειςδιευθύνετεδιευθύνεσαιδιευθύνεστε, διευθυνόσαστε
διευθύνειδιευθύνουν(ε)διευθύνεταιδιευθύνονται
Imper
fekt
διεύθυναδιευθύναμεδιευθυνόμουν(α)διευθυνόμαστε, διευθυνόμασταν
διεύθυνεςδιευθύνατεδιευθυνόσουν(α)διευθυνόσαστε, διευθυνόσασταν
διεύθυνεδιεύθυναν, διευθύναν(ε)διευθυνόταν(ε)διευθύνονταν, διευθυνόντανε, διευθυνόντουσαν
Aoristδιηύθυνα, διεύθυναδιευθύναμεδιευθύνθηκαδιευθυνθήκαμε
διηύθυνες, διεύθυνεςδιευθύνατεδιευθύνθηκεςδιευθυνθήκατε
διηύθυνε, διεύθυνεδιηύθυναν, διεύθυναν, διευθύναν(ε)διευθύνθηκεδιευθύνθηκαν, διευθυνθήκαν(ε)
Per
fekt
έχω διευθύνειέχουμε διευθύνειέχω διευθυνθείέχουμε διευθυνθεί
έχεις διευθύνειέχετε διευθύνειέχεις διευθυνθείέχετε διευθυνθεί
έχει διευθύνειέχουν διευθύνειέχει διευθυνθείέχουν διευθυνθεί
Plu
per
fekt
είχα διευθύνειείχαμε διευθύνειείχα διευθυνθείείχαμε διευθυνθεί
είχες διευθύνειείχατε διευθύνειείχες διευθυνθείείχατε διευθυνθεί
είχε διευθύνειείχαν διευθύνειείχε διευθυνθείείχαν διευθυνθεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα διευθύνωθα διευθύνουμε, θα διευθύνομεθα διευθύνομαιθα διευθυνόμαστε
θα διευθύνειςθα διευθύνετεθα διευθύνεσαιθα διευθύνεστε, θα διευθυνόσαστε
θα διευθύνειθα διευθύνουν(ε)θα διευθύνεταιθα διευθύνονται
Fut
ur
θα διευθύνωθα διευθύνουμε, θα διευθύνομεθα διευθυνθώθα διευθυνθούμε
θα διευθύνειςθα διευθύνετεθα διευθυνθείςθα διευθυνθείτε
θα διευθύνειθα διευθύνουν(ε)θα διευθυνθείθα διευθυνθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω διευθύνειθα έχουμε διευθύνειθα έχω διευθυνθείθα έχουμε διευθυνθεί
θα έχεις διευθύνειθα έχετε διευθύνειθα έχεις διευθυνθείθα έχετε διευθυνθεί
θα έχει διευθύνειθα έχουν διευθύνειθα έχει διευθυνθείθα έχουν διευθυνθεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να διευθύνωνα διευθύνουμε, να διευθύνομενα διευθύνομαινα διευθυνόμαστε
να διευθύνειςνα διευθύνετενα διευθύνεσαινα διευθύνεστε, να διευθυνόσαστε
να διευθύνεινα διευθύνουν(ε)να διευθύνεταινα διευθύνονται
Aoristνα διευθύνωνα διευθύνουμε, να διευθύνομενα διευθυνθώνα διευθυνθούμε
να διευθύνειςνα διευθύνετενα διευθυνθείςνα διευθυνθείτε
να διευθύνεινα διευθύνουν(ε)να διευθυνθείνα διευθυνθούν(ε)
Perfνα έχω διευθύνεινα έχουμε διευθύνεινα έχω διευθυνθείνα έχουμε διευθυνθεί
να έχεις διευθύνεινα έχετε διευθύνεινα έχεις διευθυνθείνα έχετε διευθυνθεί
να έχει διευθύνεινα έχουν διευθύνεινα έχει διευθυνθείνα έχουν διευθυνθεί
Imper
ativ
Presδιεύθυνεδιευθύνετεδιευθύνεστε
Aoristδιεύθυνεδιευθύνετεδιευθύνσουδιευθυνθείτε
Part
izip
Presδιευθύνοντας
Perfέχοντας διευθύνει
InfinAoristδιευθύνειδιευθυνθεί




AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
οδηγώ, odigao">οδηγάωοδηγούμεοδηγούμαιοδηγούμαστε
οδηγείςοδηγείτεοδηγείσαιοδηγείστε
οδηγείοδηγούν(ε)οδηγείταιοδηγούνται
Imper
fekt
οδηγούσαοδηγούσαμεοδηγούμουνοδηγούμαστε
οδηγούσεςοδηγούσατε
οδηγούσεοδηγούσαν(ε)οδηγούνταν, οδηγείτοοδηγούνταν, οδηγούντο
Aoristοδήγησαοδηγήσαμεοδηγήθηκαοδηγηθήκαμε
οδήγησεςοδηγήσατεοδηγήθηκεςοδηγηθήκατε
οδήγησεοδήγησαν, οδηγήσαν(ε)οδηγήθηκεοδηγήθηκαν, οδηγηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω οδηγήσει
έχω οδηγημένο
έχουμε οδηγήσει
έχουμε οδηγημένο
έχω οδηγηθεί
είμαι οδηγημένος, -η
έχουμε οδηγηθεί
είμαστε οδηγημένοι, -ες
έχεις οδηγήσει
έχεις οδηγημένο
έχετε οδηγήσει
έχετε οδηγημένο
έχεις οδηγηθεί
είσαι οδηγημένος, -η
έχετε οδηγηθεί
είστε οδηγημένοι, -ες
έχει οδηγήσει
έχει οδηγημένο
έχουν οδηγήσει
έχουν οδηγημένο
έχει οδηγηθεί
είναι οδηγημένος, -η, -ο
έχουν οδηγηθεί
είναι οδηγημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα οδηγήσει
είχα οδηγημένο
είχαμε οδηγήσει
είχαμε οδηγημένο
είχα οδηγηθεί
ήμουν οδηγημένος, -η
είχαμε οδηγηθεί
ήμαστε οδηγημένοι, -ες
είχες οδηγήσει
είχες οδηγημένο
είχατε οδηγήσει
είχατε οδηγημένο
είχες οδηγηθεί
ήσουν οδηγημένος, -η
είχατε οδηγηθεί
ήσαστε οδηγημένοι, -ες
είχε οδηγήσει
είχε οδηγημένο
είχαν οδηγήσει
είχαν οδηγημένο
είχε οδηγηθεί
ήταν οδηγημένος, -η, -ο
είχαν οδηγηθεί
ήταν οδηγημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα οδηγώθα οδηγούμεθα οδηγούμαιθα οδηγούμαστε
θα οδηγείςθα οδηγείτεθα οδηγείσαιθα οδηγείστε
θα οδηγείθα οδηγούν(ε)θα οδηγείταιθα οδηγούνται
Fut
ur
θα οδηγήσωθα οδηγήσουμεθα οδηγηθώθα οδηγηθούμε
θα οδηγήσειςθα οδηγήσετεθα οδηγηθείςθα οδηγηθείτε
θα οδηγήσειθα οδηγήσουν(ε)θα οδηγηθείθα οδηγηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω οδηγήσει
θα έχω οδηγημένο
θα έχουμε οδηγήσει
θα έχουμε οδηγημένο
θα έχω οδηγηθεί
θα είμαι οδηγημένος, -η
θα έχουμε οδηγηθεί
θα είμαστε οδηγημένοι, -ες
θα έχεις οδηγήσει
θα έχεις οδηγημένο
θα έχετε οδηγήσει
θα έχετε οδηγημένο
θα έχεις οδηγηθεί
θα είσαι οδηγημένος, -η
θα έχετε οδηγηθεί
θα είστε οδηγημένοι, -η
θα έχει οδηγήσει
θα έχει οδηγημένο
θα έχουν οδηγήσει
θα έχουν οδηγημένο
θα έχει οδηγηθεί
θα είναι οδηγημένος, -η, -ο
θα έχουν οδηγηθεί
θα είναι οδηγημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να οδηγώνα οδηγούμενα οδηγούμαινα οδηγούμαστε
να οδηγείςνα οδηγείτενα οδηγείσαινα οδηγείστε
να οδηγείνα οδηγούν(ε)να οδηγείταινα οδηγούνται
Aoristνα οδηγήσωνα οδηγήσουμε, να οδηγήσομενα οδηγηθώνα οδηγηθούμε
να οδηγήσειςνα οδηγήσετενα οδηγηθείςνα οδηγηθείτε
να οδηγήσεινα οδηγήσουν(ε)να οδηγηθείνα οδηγηθούν(ε)
Perfνα έχω οδηγήσει
να έχω οδηγημένο
να έχουμε οδηγήσει
να έχουμε οδηγημένο
να έχω οδηγηθεί
να είμαι οδηγημένος, -η
να έχουμε οδηγηθεί
να είμαστε οδηγημένοι, -ες
να έχεις οδηγήσει
να έχεις οδηγημένο
να έχετε οδηγήσει
να έχετε οδηγημένο
να έχεις οδηγηθεί
να είσαι οδηγημένος, -η
να έχετε οδηγηθεί
να είστε οδηγημένοι, -ες
να έχει οδηγήσει
να έχει οδηγημένο
να έχουν οδηγήσει
να έχουν οδηγημένο
να έχει οδηγηθεί
να είναι οδηγημένος, -η, -ο
να έχουν οδηγηθεί
να είναι οδηγημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presοδηγείτεοδηγείστε
Aoristοδήγησεοδηγήστε, οδηγήσετεοδηγήσουοδηγηθείτε
Part
izip
Presοδηγώντας
Perfέχοντας οδηγήσει
έχοντας οδηγημένο
οδηγημένος, -η, -οοδηγημένοι, -ες, -α
InfinAoristοδηγήσειοδηγηθεί

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback