erwägen
  Verb

σκέφτομαι  Verb
(3)
εξετάζω  Verb
(2)
μελετώ  Verb
(0)
DeutschGriechisch
Wenn wir mit der Unterstützung dieses Parlaments hart daran arbeiten, Steueroasen in Europa abzuschaffen und die Beschäftigung zu fördern versuchen, dann erschiene es mir unlogisch, einerseits gegen Steueroasen vorzugehen und gleichzeitig die Weiterführung von bekannten Steueroasen vorzuschlagen - oder auch nur zu erwägen -, die mit bestimmten Beförderungsarten im Binnenmarkt verknüpft sind.Τη στιγμή που εργαζόμαστε σκληρά, με την υποστήριξη του Κοινοβουλίου αυτού για την κατάργηση των φορολογικών παραδείσων και την προώθηση της απασχόλησης, θα ήταν παράλογο να διεξάγω εκστρατεία κατά των φορολογικών παραδείσων και την ίδια στιγμή να προτείνω - ή ακόμη και να εξετάζω - τη συνέχιση της λειτουργίας φορολογικών παραδείσων σε ορισμένους χώρους που συνδέονται με συγκεκριμένες μορφές μεταφοράς στο πλαίσιο της ενιαίας αγοράς.

Deutsche Synonyme zu erwägen

  • erachten
  • in Betracht ziehen
  • erwägen

Ähnliche Wörter zu erwägen

Noch keine ähnlichen Wörter.


Grammatik




ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ
I think
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σκέφτομαι, skeptomai">σκέπτομαισκεφτόμαστε
σκέφτεσαισκέφτεστε, σκεφτόσαστε
σκέφτεταισκέφτονται
Imper
fekt
σκεφτόμουν(α)σκεφτόμαστε, σκεφτόμασταν
σκεφτόσουν(α)σκεφτόσαστε, σκεφτόσασταν
σκεφτόταν(ε)σκέφτονταν, σκεφτόντανε, σκεφτόντουσαν
Aoristσκέφτηκασκεφτήκαμε
σκέφτηκεςσκεφτήκατε
σκέφτηκεσκέφτηκαν, σκεφτήκαν(ε)
Per
fect
έχω σκεφτείέχουμε σκεφτεί
έχεις σκεφτείέχετε σκεφτεί
έχει σκεφτείέχουν σκεφτεί
Plu
per
fect
είχα σκεφτείείχαμε σκεφτεί
είχες σκεφτείείχατε σκεφτεί
είχε σκεφτείείχαν σκεφτεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σκέφτομαιθα σκεφτόμαστε
θα σκέφτεσαιθα σκέφτεστε, θα σκεφτόσαστε
θα σκέφτεταιθα σκέφτονται
Fut
ur
θα σκεφτώθα σκεφτούμε
θα σκεφτείςθα σκεφτείτε
θα σκεφτείθα σκεφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σκεφτείθα έχουμε σκεφτεί
θα έχεις σκεφτείθα έχετε σκεφτεί
θα έχει σκεφτείθα έχουν σκεφτεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σκέφτομαινα σκεφτόμαστε
να σκέφτεσαινα σκέφτεστε, να σκεφτόσαστε
να σκέφτεταινα σκέφτονται
Aoristνα σκεφτώνα σκεφτούμε
να σκεφτείςνα σκεφτείτε
να σκεφτείνα σκεφτούν(ε)
Perfνα έχω σκεφτείνα έχουμε σκεφτεί
να έχεις σκεφτείνα έχετε σκεφτεί
να έχει σκεφτείνα έχουν σκεφτεί
Imper
ativ
Presσκέφτεστε
Aoristσκέψουσκεφτείτε
Part
izip
Pres
Perf
InfinAoristσκεφτεί



ΕΞΕΤΑΖΩ
I examine
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
εξετάζωεξετάζουμε, εξετάζομεεξετάζομαιεξεταζόμαστε
εξετάζειςεξετάζετεεξετάζεσαιεξετάζεστε, εξεταζόσαστε
εξετάζειεξετάζουν(ε)εξετάζεταιεξετάζονται
Imper
fekt
εξέταζαεξετάζαμεεξεταζόμουν(α)εξεταζόμαστε, εξεταζόμασταν
εξέταζεςεξετάζατεεξεταζόσουν(α)εξεταζόσαστε, εξεταζόσασταν
εξέταζεεξέταζαν, εξετάζαν(ε)εξεταζόταν(ε)εξετάζονταν, εξεταζόντανε, εξεταζόντουσαν
Aoristεξέτασαεξετάσαμεεξετάστηκαεξεταστήκαμε
εξέτασεςεξετάσατεεξετάστηκεςεξεταστήκατε
εξέτασεεξέτασαν, εξετάσαν(ε)εξετάστηκεεξετάστηκαν, εξεταστήκανε
Per
fect
έχω εξετάσει
έχω εξετασμένο
έχουμε εξετάσει
έχουμε εξετασμένο
έχω εξεταστεί
είμαι εξετασμένος, -η
έχουμε εξεταστεί
είμαστε εξετασμένοι, -ες
έχεις εξετάσει
έχεις εξετασμένο
έχετε εξετάσει
έχετε εξετασμένο
έχεις εξεταστεί
είσαι εξετασμένος, -η
έχετε εξεταστεί
είστε εξετασμένοι, -ες
έχει εξετάσει
έχει εξετασμένο
έχουν εξετάσει
έχουν εξετασμένο
έχει εξεταστεί
είναι εξετασμένος, -η, -ο
έχουν εξεταστεί
είναι εξετασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα εξετάσει
είχα εξετασμένο
είχαμε εξετάσει
είχαμε εξετασμένο
είχα εξεταστεί
ήμουν εξετασμένος, -η
είχαμε εξεταστεί
ήμαστε εξετασμένοι, -ες
είχες εξετάσει
είχες εξετασμένο
είχατε εξετάσει
είχατε εξετασμένο
είχες εξεταστεί
ήσουν εξετασμένος, -η
είχατε εξεταστεί
ήσαστε εξετασμένοι, -ες
είχε εξετάσει
είχε εξετασμένο
είχαν εξετάσει
είχαν εξετασμένο
είχε εξεταστεί
ήταν εξετασμένος, -η, -ο
είχαν εξεταστεί
ήταν εξετασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα εξετάζωθα εξετάζουμε, θα εξετάζομεθα εξετάζομαιθα εξεταζόμαστε
θα εξετάζειςθα εξετάζετεθα εξετάζεσαιθα εξετάζεστε, θα εξεταζόσαστε
θα εξετάζειθα εξετάζουν(ε)θα εξετάζεταιθα εξετάζονται
Fut
ur
θα εξετάσωθα εξετάσουμε, θα εξετάσομεθα εξεταστώθα εξεταστούμε
θα εξετάσειςθα εξετάσετεθα εξεταστείςθα εξεταστείτε
θα εξετάσειθα εξετάσουν(ε)θα εξεταστείθα εξεταστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω εξετάσει
θα έχω εξετασμένο
θα έχουμε εξετάσει
θα έχουμε εξετασμένο
θα έχω εξεταστεί
θα είμαι εξετασμένος, -η
θα έχουμε εξεταστεί
θα είμαστε εξετασμένοι, -ες
θα έχεις εξετάσει
θα έχεις εξετασμένο
θα έχετε εξετάσει
θα έχετε εξετασμένο
θα έχεις εξεταστεί
θα είσαι εξετασμένος, -η
θα έχετε εξεταστεί
θα είστε εξετασμένοι, -ες
θα έχει εξετάσει
θα έχει εξετασμένο
θα έχουν εξετάσει
θα έχουν εξετασμένο
θα έχει εξεταστεί
θα είναι εξετασμένος, -η, -ο
θα έχουν εξεταστεί
θα είναι εξετασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να εξετάζωνα εξετάζουμε, να εξετάζομενα εξετάζομαινα εξεταζόμαστε
να εξετάζειςνα εξετάζετενα εξετάζεσαινα εξετάζεστε, να εξεταζόσαστε
να εξετάζεινα εξετάζουν(ε)να εξετάζεταινα εξετάζονται
Aoristνα εξετάσωνα εξετάσουμε, να εξετάσομενα εξεταστώνα εξεταστούμε
να εξετάσειςνα εξετάσετενα εξεταστείςνα εξεταστείτε
να εξετάσεινα εξετάσουννα εξεταστείνα εξεταστούν(ε)
Perfνα έχω εξετάσει
να έχω εξετασμένο
να έχουμε εξετάσει
να έχουμε εξετασμένο
να έχω εξεταστεί
να είμαι εξετασμένος, -η
να έχουμε εξεταστεί
να είμαστε εξετασμένοι, -ες
να έχεις εξετάσει
να έχεις εξετασμένο
να έχετε εξετάσει
να έχετε εξετασμένο
να έχεις εξεταστεί
να είσαι εξετασμένος, -η
να έχετε εξεταστεί
να είστε εξετασμένοι, -ες
να έχει εξετάσει
να έχει εξετασμένο
να έχουν εξετάσει
να έχουν εξετασμένο
να έχει εξεταστεί
να είναι εξετασμένος, -η, -ο
να έχουν εξεταστεί
να είναι εξετασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presεξέταζεεξετάζετεεξετάζεστε
Aoristεξέτασεεξετάστεεξετάσουεξεταστείτε
Part
izip
Presεξετάζονταςεξεταζόμενος
Perfέχοντας εξετάσει, έχοντας εξετασμένοεξετασμένος, -η, -οεξετασμένοι, -ες, -α
InfinAoristεξετάσειεξεταστεί



ΜΕΛΕΤΩ
I study
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
μελετάω, μελετώμελετάμε, μελετούμεμελετιέμαι, μελετώμαιμελετιόμαστε, μελετόμαστε, μελετώμεθα
μελετάςμελετάτεμελετιέσαι, μελετάσαιμελετιέστε, μελετιόσαστε, μελετάστε, μελετάσθε
μελετάει, μελετάμελετάν(ε), μελετούν(ε)μελετιέται, μελετάταιμελετιούνται, μελετιόνται, μελετώνται
Imper
fekt
μελετούσα, μελέταγαμελετούσαμε, μελετάγαμεμελετιόμουν(α)μελετιόμαστε, μελετιόμασταν
μελετούσες, μελέταγεςμελετούσατε, μελετάγατεμελετιόσουν(α)μελετιόσαστε, μελετιόσασταν
μελετούσε, μελέταγεμελετούσαν(ε), μελέταγαν, μελετάγανεμελετιόταν(ε)μελετιόνταν(ε), μελετιούνταν, μελετιόντουσαν
Aoristμελέτησαμελετήσαμεμελετήθηκαμελετηθήκαμε
μελέτησεςμελετήσατεμελετήθηκεςμελετηθήκατε
μελέτησεμελέτησαν, μελετήσαν(ε)μελετήθηκεμελετήθηκαν, μελετηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω μελετήσει
έχω μελετημένο
έχουμε μελετήσει
έχουμε μελετημένο
έχω μελετηθεί
είμαι μελετημένος, -η
έχουμε μελετηθεί
είμαστε μελετημένοι, -ες
έχεις μελετήσει
έχεις μελετημένο
έχετε μελετήσει
έχετε μελετημένο
έχεις μελετηθεί
είσαι μελετημένος, -η
έχετε μελετηθεί
είστε μελετημένοι, -ες
έχει μελετήσει
έχει μελετημένο
έχουν μελετήσει
έχουν μελετημένο
έχει μελετηθεί
είναι μελετημένος, -η, -ο
έχουν μελετηθεί
είναι μελετημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα μελετήσει
είχα μελετημένο
είχαμε μελετήσει
είχαμε μελετημένο
είχα μελετηθεί
ήμουν μελετημένος, -η
είχαμε μελετηθεί
ήμαστε μελετημένοι, -ες
είχες μελετήσει
είχες μελετημένο
είχατε μελετήσει
είχατε μελετημένο
είχες μελετηθεί
ήσουν μελετημένος, -η
είχατε μελετηθεί
ήσαστε μελετημένοι, -ες
είχε μελετήσει
είχε μελετημένο
είχαν μελετήσει
είχαν μελετημένο
είχε μελετηθεί
ήταν μελετημένος, -η, -ο
είχαν μελετηθεί
ήταν μελετημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα μελετάω, θα μελετώθα μελετάμε, θα μελετούμεθα μελετιέμαι, θα μελετώμαιθα μελετιόμαστε, θα μελετόμαστε, θα μελετώμεθα
θα μελετάςθα μελετάτεθα μελετιέσαι, θα μελετάσαιθα μελετιέστε, θα μελετιόσαστε, θα μελετάστε, θα μελετάσθε
θα μελετάει, θα μελετάθα μελετάν(ε), θα μελετούν(ε)θα μελετιέται, θα μελετάταιθα μελετιούνται, θα μελετιόνται, θα μελετώνται
Fut
ur
θα μελετήσωθα μελετήσουμε, θα μελετήσομεθα μελετηθώθα μελετηθούμε
θα μελετήσειςθα μελετήσετεθα μελετηθείςθα μελετηθείτε
θα μελετήσειθα μελετήσουν(ε)θα μελετηθείθα μελετηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω μελετήσει
θα έχω μελετημένο
θα έχουμε μελετήσει
θα έχουμε μελετημένο
θα έχω μελετηθεί
θα είμαι μελετημένος, -η
θα έχουμε μελετηθεί
θα είμαστε μελετημένοι, -ες
θα έχεις μελετήσει
θα έχεις μελετημένο
θα έχετε μελετήσει
θα έχετε μελετημένο
θα έχεις μελετηθεί
θα είσαι μελετημένος, -η
θα έχετε μελετηθεί
θα είστε μελετημένοι, -ες
θα έχει μελετήσει
θα έχει μελετημένο
θα έχουν μελετήσει
θα έχουν μελετημένο
θα έχει μελετηθεί
θα είναι μελετημένος, -η, -ο
θα έχουν μελετηθεί
θα είναι μελετημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να μελετάω, να μελετώνα μελετάμε, να μελετούμενα μελετιέμαι, να μελετώμαινα μελετιόμαστε, να μελετόμαστε, να μελετώμεθα
να μελετάςνα μελετάτενα μελετιέσαι, να μελετάσαινα μελετιέστε, να μελετιόσαστε, να μελετάστε, να μελετάσθε
να μελετάει, να μελετάνα μελετάν(ε), να μελετούν(ε)να μελετιέται, να μελετάταινα μελετιούνται, να μελετιόνται, να μελετώνται
Aoristνα μελετήσωνα μελετήσουμε, να μελετήσομενα μελετηθώνα μελετηθούμε
να μελετήσειςνα μελετήσετενα μελετηθείςνα μελετηθείτε
να μελετήσεινα μελετήσουν(ε)να μελετηθείνα μελετηθούν(ε)
Perfνα έχω μελετήσει
να έχω μελετημένο
να έχουμε μελετήσει
να έχουμε μελετημένο
να έχω μελετηθεί
να είμαι μελετημένος, -η
να έχουμε μελετηθεί
να είμαστε μελετημένοι, -ες
να έχεις μελετήσει
να έχεις μελετημένο
να έχετε μελετήσει
να έχετε μελετημένο
να έχεις μελετηθεί
να είσαι μελετημένος, -η
να έχετε μελετηθεί
να είστε μελετημένοι, -η
να έχει μελετήσει
να έχει μελετημένο
να έχουν μελετήσει
να έχουν μελετημένο
να έχει μελετηθεί
να είναι μελετημένος, -η, -ο
να έχουν μελετηθεί
να είναι μελετημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presμελέτα, μελέταγεμελετάτεμελετιέστε, μελετάστε, μελετάσθε
Aoristμελέτησε, μελέταμελετήστεμελετήσουμελετηθείτε
Part
izip
Presμελετώνταςμελετώμενος
Perfέχοντας μελετήσει, έχοντας μελετημένομελετημένος, -η, -ομελετημένοι, -ες, -α
InfinAoristμελετήσειμελετηθεί


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback