τελειώνω  

  • enden
  • beenden
  • fertig stellen

Beispielsätze

Πρέπει να τελειώνω το διάβασμα αυτού του βιβλίου.

Quelle: turkaranto


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

teliono, teleiwnw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
τελειώσει
μετοχή (ενεστώτας)
τελειώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας τελειώνω τελειώνεις τελειώνει τελειώνο(υ)με τελειώνετε τελειώνουν(ε)
παρατατικός τέλειωνα τέλειωνες τέλειωνε τελειώναμε τελειώνατε τέλειωναν, τελειώναν(ε)
αόριστος τέλειωσα τέλειωσες τέλειωσε τελειώσαμε τελειώσατε τέλειωσαν, τελειώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα τελειώνω θα τελειώνεις θα τελειώνει θα τελειώνο(υ)με θα τελειώνετε θα τελειώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα τελειώσω θα τελειώσεις θα τελειώσει θα τελειώσο(υ)με θα τελειώσετε θα τελειώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω τελειώσει έχεις τελειώσει έχει τελειώσει έχο(υ)με τελειώσει έχετε τελειώσει έχουν(ε) τελειώσει
παρακείμενος β' έχω τελειωμένο έχεις τελειωμένο έχει τελειωμένο έχο(υ)με τελειωμένο έχετε τελειωμένο έχουν(ε) τελειωμένο
υπερσυντέλικος α' είχα τελειώσει είχες τελειώσει είχε τελειώσει είχαμε τελειώσει είχατε τελειώσει είχαν(ε) τελειώσει
υπερσυντέλικος β' είχα τελειωμένο είχες τελειωμένο είχε τελειωμένο είχαμε τελειωμένο είχατε τελειωμένο είχαν(ε) τελειωμένο
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω τελειώσει θα έχεις τελειώσει θα έχει τελειώσει θα έχο(υ)με τελειώσει θα έχετε τελειώσει θα έχουν(ε) τελειώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
θα έχω τελειωμένο θα έχεις τελειωμένο θα έχει τελειωμένο θα έχο(υ)με τελειωμένο θα έχετε τελειωμένο θα έχουν(ε) τελειωμένο
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να τελειώνω να τελειώνεις να τελειώνει να τελειώνο(υ)με να τελειώνετε να τελειώνουν(ε)
αόριστος να τελειώσω να τελειώσεις να τελειώσει να τελειώσο(υ)με να τελειώσετε να τελειώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω τελειώσει να έχεις τελειώσει να έχει τελειώσει να έχο(υ)με τελειώσει να έχετε τελειώσει να έχουν(ε) τελειώσει
παρακείμενος β' να έχω τελειωμένο να έχεις τελειωμένο να έχει τελειωμένο να έχο(υ)με τελειωμένο να έχετε τελειωμένο να έχουν(ε) τελειωμένο
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας τέλειωνε τελειώνετε
αόριστος τέλειωσε τελειώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος έχε τελειωμένο έχετε τελειωμένο
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15