πληγώνω  

  • treffen
    upvotedownvote
  • verletzen
    upvotedownvote
  • verwunden
    upvotedownvote

Beispielsätze

Quelle: Wikipedia

... Το δέντρο που πληγώναμε είναι ο τίτλος μιας ελληνικής κινηματογραφικής ταινίας παραγωγής 1986. Η ταινία σκηνοθετήθηκε από τον Δήμο Αβδελιώδη, ο οποίος ...

... και του Κου και του Κέθεν. O Ντίαν Κεχτ ευλόγησε ένα πηγάδι, ώστε όταν πληγώνονταν οι Τουάθα ντε Ντανάν να πλένονται από αυτό και να γιατρεύονται αμέσως ...

... μεγαλείο Βουτάω σ΄ όλες μια χαρά, είμαι ερωτοπωλείο. Σαν μπαίνω στο καφέ-αμάν τα μάτια σαν σηκώνω Δεν ξέρω αν «γιου-αρ ντεστάντ», κάθε καρδιά πληγώνω ...


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

pligono, plirono, plhgwnw


Deutsche Synonyme zu: πληγώνω

treffen begegnen zusammenfinden Zusammentreffen Versammlung Zusammenkunft Beisammensein Begegnung Miteinander Wiedersehen Zusammensein geselliges Zusammenkommen Treff berühren auftreffen Besprechung Meeting Konferenz Sitzung Kampf Gefecht Schlacht Waffengang Kampfhandlungen Bataille Kampfgeschehen sitzen zünden (Witz, Pointe) Spiel Runde Partie Match Fight Date Rendezvous Stelldichein Verabredung Tête-à-Tête (Vertrag) nicht einhalten verletzen brechen Schmerzen zufügen weh tun wehtun verwunden versehren brüskieren vor den Kopf stoßen düpieren auf den Fuß treten auf den Schlips treten kränken (jemanden) treffen (jemandem) weh tun (jemandem) wehtun ins Herz treffen ins Mark treffen


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
πληγώσει
μετοχή (ενεστώτας)
πληγώνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
α' β' γ' α' β' γ'
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πληγώνω πληγώνεις πληγώνει πληγώνο(υ)με πληγώνετε πληγώνουν(ε)
παρατατικός πλήγωνα πλήγωνες πλήγωνε πληγώναμε πληγώνατε πλήγωναν, πληγώναν(ε)
αόριστος πλήγωσα πλήγωσες πλήγωσε πληγώσαμε πληγώσατε πλήγωσαν, πληγώσαν(ε)
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα πληγώνω θα πληγώνεις θα πληγώνει θα πληγώνο(υ)με θα πληγώνετε θα πληγώνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα πληγώσω θα πληγώσεις θα πληγώσει θα πληγώσο(υ)με θα πληγώσετε θα πληγώσουν(ε)
παρακείμενος α' έχω πληγώσει έχεις πληγώσει έχει πληγώσει έχο(υ)με πληγώσει έχετε πληγώσει έχουν(ε) πληγώσει
παρακείμενος β'
υπερσυντέλικος α' είχα πληγώσει είχες πληγώσει είχε πληγώσει είχαμε πληγώσει είχατε πληγώσει είχαν(ε) πληγώσει
υπερσυντέλικος β'
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω πληγώσει θα έχεις πληγώσει θα έχει πληγώσει θα έχο(υ)με πληγώσει θα έχετε πληγώσει θα έχουν(ε) πληγώσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να πληγώνω να πληγώνεις να πληγώνει να πληγώνο(υ)με να πληγώνετε να πληγώνουν(ε)
αόριστος να πληγώσω να πληγώσεις να πληγώσει να πληγώσο(υ)με να πληγώσετε να πληγώσουν(ε)
παρακείμενος α' να έχω πληγώσει να έχεις πληγώσει να έχει πληγώσει να έχο(υ)με πληγώσει να έχετε πληγώσει να έχουν(ε) πληγώσει
παρακείμενος β'
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πλήγωνε πληγώνετε
αόριστος πλήγωσε πληγώστε
περιφραστικός
χρόνος
παρακείμενος
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15