πηγαίνω  

  • ich gehe
  • gehen

Beispielsätze

Μερικές φορές πηγαίνω, μερικές όχι.

Το πρωί πηγαίνω στο σχολείο στις οκτώ.

Δεν πηγαίνω μόνος σινεμά, διότι μετά την ταινία μου αρέσει να μιλάω γι' αυτήν με κάποιον.

Quelle: glavkos, learngreek, mululatv


Lateinische Schreibweise (Greeklish):

pigeno, pijeno, phgainw


Grammatik

απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
πάει
μετοχή (ενεστώτας)
πηγαίνοντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πηγαίνω
πάω
πηγαίνεις
πας
πηγαίνει
πάει
πηγαίνο(υ)με
πάμε
πηγαίνετε
πάτε
πηγαίνουν(ε)
πάν(ε)
παρατατικός πήγαινα πήγαινες πήγαινε πηγαίναμε πηγαίνατε πήγαιναν
αόριστος πήγα πήγες πήγε πήγαμε πήγατε πήγαν(ε}
περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα πηγαίνω θα πηγαίνεις θα πηγαίνει θα πηγαίνο(υ)με θα πηγαίνετε θα πηγαίνουν(ε)
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα πάω θα πας θα πάει θα πάμε θα πάτε θα πάν(ε)
παρακείμενος α' έχω πάει έχεις πάει έχει πάει έχο(υ)με πάει έχετε πάει έχουν(ε) πάει
υπερσυντέλικος α' είχα πάει είχες πάει είχε πάει είχαμε πάει είχατε πάει είχαν(ε) πάει
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω πάει θα έχεις πάει θα έχει πάει θα έχο(υ)με πάει θα έχετε πάει θα έχουν(ε) πάει
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να πηγαίνω
να πάω
να πηγαίνεις
να πας
να πηγαίνει
να πάει
να πηγαίνο(υ)με
να πάμε
να πηγαίνετε
να πάτε
να πηγαίνουν(ε)
να πάν(ε)
αόριστος να πάω να πας να πάει να πάμε να πάτε να πάν(ε)
παρακείμενος α' να έχω πάει να έχεις πάει να έχει πάει να έχο(υ)με πάει να έχετε πάει να έχουν(ε) πάει
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πήγαινε πηγαίνετε
αόριστος (πάνε) πάτε
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15