αιματοκύλισμα  

  •    Blutbad
  •    Blutvergießen

Lateinische Schreibweise (Greeklish):

ematokilisma, aimatokylisma


Grammatik

Fall Singular Plural
Nominativ αιματοκύλισμα αιματοκυλίσματα
Genitiv αιματοκυλίσματος αιματοκυλισμάτων
Akkusativ αιματοκύλισμα αιματοκυλίσματα
Vokativ αιματοκύλισμα αιματοκυλίσματα
ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15