βουλιάζω Verb  [vuliazo, boyliazw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu βουλιάζω

βουλιάζω mittelgriechisch βουλίζω & βουλιάζω Koine-Griechisch grc (εξετάζω το πόσο βάθος έχει η θάλασσα ρίχνοντας μέσα μία βολίδα)


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu βουλιάζω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
βουλιάζωβουλιάζουμε, βουλιάζομε
βουλιάζειςβουλιάζετε
βουλιάζειβουλιάζουν(ε)
Imper
fekt
βούλιαζαβουλιάζαμε
βούλιαζεςβουλιάζατε
βούλιαζεβούλιαζαν, βουλιάζαν(ε)
Aoristβούλιαξαβουλιάξαμε
βούλιαξεςβουλιάξατε
βούλιαξεβούλιαξαν, βουλιάξαν(ε)
Per
fekt
έχω βουλιάξειέχουμε βουλιάξει
έχεις βουλιάξειέχετε βουλιάξει
έχει βουλιάξειέχουν βουλιάξει>
Plu
per
fekt
είχα βουλιάξειείχαμε βουλιάξει
είχες βουλιάξειείχατε βουλιάξει
είχε βουλιάξειείχαν βουλιάξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα βουλιάζωθα βουλιάζουμε, θα βουλιάζομε
θα βουλιάζειςθα βουλιάζετε
θα βουλιάζειθα βουλιάζουν(ε)
Fut
ur
θα βουλιάξωθα βουλιάξουμε, θα βουλιάξομε
θα βουλιάξειςθα βουλιάξετε
θα βουλιάξειθα βουλιάξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω βουλιάξειθα έχουμε βουλιάξει
θα έχεις βουλιάξειθα έχετε βουλιάξει
θα έχει βουλιάξειθα έχουν βουλιάξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να βουλιάζωνα βουλιάζουμε, να βουλιάζομε
να βουλιάζειςνα βουλιάζετε
να βουλιάζεινα βουλιάζουν(ε)
Aoristνα βουλιάξωνα βουλιάξουμε, να βουλιάξομε
να βουλιάξειςνα βουλιάξετε
να βουλιάξεινα βουλιάξουν(ε)
Perfνα έχω βουλιάξεινα έχουμε βουλιάξει
να έχεις βουλιάξεινα έχετε βουλιάξει
να έχει βουλιάξεινα έχουν βουλιάξει
Imper
ativ
Presβούλιαζεβουλιάζετε
Aoristβούλιαξεβουλιάξτε, βουλιάχτε
Part
izip
Presβουλιάζοντας
Perfέχοντας βουλιάξει
βουλιαγμένος
InfinAoristβουλιάξει











Griechische Definition zu βουλιάζω

βουλιάζω [vulázo] .2α μππ. βουλιαγμένος : 1α. κάνω κτ. να πάει κάτω από την επιφάνεια ενός υγρού, προς το βυθό· βυθίζω: Mεγάλα κύματα απειλούσαν να βουλιάξουν το καράβι. Tα βομβαρδιστικά βούλιαξαν το εχθρικό πλοίο. β. πηγαίνω στο βυθό· βυθίζομαι: H βάρκα δεν άντεξε το βάρος του φορτίου και βούλιαξε. H ελαφρόπετρα επιπλέει, δε βουλιάζει. || Tα πόδια του βούλιαξαν στη λάσπη / στο χιόνι / στο βούρκο, βυθίστηκαν. || Bούλιαξε ευχαριστημένος στην αναπαυτική πολυθρόνα, βυθίστηκε. ΦΡ βούλιαξαν τα καράβια* σου; [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback