Unser Wörterbuch



Mit dem Online-Wörterbuch von Greeklex.net findest du ganz einfach Übersetzung vom Griechischen ins Deutsche. Unsere Datenbank umfasst derzeit 84000 griechische Wörter und über 25000 Griechisch Deutsch Übersetzungen. Dazu findest du zu jedem Wort weiterführende Informationen wie Beispielsätze, Synonyme und grammatikalische Hinweise. Benutzer können unser Wörterbuch jederzeit auch mit eigenen Einträgen ergänzen. Dank der schnellen und einfachen Suche, eignet sich das Wörterbuch besonders für unterwegs oder für den Urlaub. Unser Griechisch Deutsch Wörterbuch ist besonders geeignet für Griechisch-Anfänger und Griechisch-Lernende, da es eine Suche nach griechischen Wörtern auch ohne orthographische Kenntnisse ermöglicht. Unser Wörterbuch wird regelmäßig erweitern und überarbeitet.

Sortieren nach

  Alphabetisch    Relevanz    Neuste

Filtern nach Etymologie

Beinhaltet auch Abstammungsketten und Lehnübersetzungen. Übersicht der griechischen Sprachstufen.

   Altgriechisch    Mittelgriechisch    Koine-Griechisch    Katharevousa-Griechisch    Lateinisch    Spanisch    Deutsch    Türkisch    Italienisch    Norwegisch    Arabisch    Albanisch    Sanskritisch    Ägyptisch    Persisch    Japanisch



ξεμυαλιστής

ξεμυαλιστής ξεμυαλίζω


ξύστρον

ξύστρον Etymologie fehlt


περουζές

περουζές türkisch peruze persisch [1]


ποσθίτιδα

ποσθίτιδα πόσθη + επίθημα -ίτιδα Wort verwendet ab 1861


συναιτιότητα

συναιτιότητα Etymologie fehlt


αιματοκυλίζω

αιματοκυλίζω Etymologie fehlt


αναμισθώνω

αναμισθώνω ανα- + μισθώνω


ανοσιουργώ

ανοσιουργώ altgriechisch ἀνοσιουργέω / ἀνοσιουργῶ ἀνοσιουργός ἀνόσιος + ἔργον


αντενοκάταρτο

αντενοκάταρτο αντένα + κατάρτι


αποδεξαμενισμός

αποδεξαμενισμός απο- δεξαμενή + -ισμός


βιοδιασπώ

βιοδιασπώ βιο- + διασπώ


αδέρφωμα

αδέρφωμα αδερφώνω + -μα


ανακλίνω

ανακλίνω altgriechisch ἀνακλίνω ἀνά + κλίνω


ανόρεξα

ανόρεξα ανόρεξος + -α


ανοσιουργία

ανοσιουργία altgriechisch ἀνοσιουργία ἀνοσιουργέω / ἀνοσιουργῶ ἀνόσιος + ἔργον


αφεντεύω

αφεντεύω mittelgriechisch αφεντεύω αφέντης


βουλιέμαι

βουλιέμαι mittelgriechisch βουλιέμαι altgriechisch βούλομαι


εδράζομαι

εδράζομαι Koine-Griechisch ἑδράζομαι, Passiv von ἑδράζω altgriechisch ἕδρα ἔδος / ἕζομαι proto-griechisch *heďďomai proto-indogermanisch *séd-ye- *sed-


καρπολόγημα

καρπολόγημα Etymologie fehlt


μπλαβίζω

μπλαβίζω μπλάβος + -ίζω


παρόπλιση

παρόπλιση Etymologie fehlt


πατσαβουριάζω

πατσαβουριάζω πατσαβούρα + -ιάζω βενετικά spazzadura (ιταλικά spazzatura) spazzare λατινικά spatiari, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος spatior spatium indoeuropäisch (Wurzel) *speh₁- (τεντώνω, τραβώ)


προσγράφω

προσγράφω altgriechisch προσγράφω πρός + γράφω ((Lehnbedeutung) deutsch zuschreiben)


σκοτίδιασμα

σκοτίδιασμα Etymologie fehlt


υπομισθώνω

υπομισθώνω Etymologie fehlt


ψωμοζητώ

ψωμοζητώ ψωμί+ ζητώ


στενογραφώ

στενογραφώ στενογραφία + -ώ


συγκινητικότητα

συγκινητικότητα συγκινητικός + -ότητα


αγρέλλιν

π.χ. εσύναξα αγρέλια


αδόλωτος

αδόλωτος mittelgriechisch ἀδόλωτος α- + δολώνω


αιματοπότης

αιματοπότης Etymologie fehlt


ανάκαρο


ανασυνδέω

ανασυνδέω Etymologie fehlt


αντρειεύω

αντρειεύω mittelgriechisch αντρειεύω αντρείος + -εύω


αποσχηματίζω

αποσχηματίζω Koine-Griechisch ἀποσχηματίζω


δασύθριξ

δασύθριξ Koine-Griechisch δασύθριξ


εξαγιάζω

εξαγιάζω εξ- + άγιος + -άζω ((Lehnübersetzung) französisch sanctifier)


προσυλλογισμός

προσυλλογισμός Etymologie fehlt


αηδόνισμα

αηδόνισμα Etymologie fehlt


απεριέργεια

απεριέργεια α- + περιέργεια


αυτοκινητισμός

αυτοκινητισμός αυτοκίνητο + -ισμός ((Lehnübersetzung) französisch automobilisme)


αναξέω

αναξέω Koine-Griechisch ἀναξέω


διακοινώνω

διακοινώνω δια- + κοινός + -ώνω ((Lehnübersetzung) französisch communiquer)


δυσμόθεν

δυσμόθεν Koine-Griechisch δυσμόθεν altgriechisch δυσμή + -θεν δύω


ενωτίζομαι

ενωτίζομαι Koine-Griechisch ἐνωτίζομαι altgriechisch οὖς


φωνόμετρο

φωνόμετρο Etymologie fehlt


φωτόλουτρο

φωτόλουτρο Etymologie fehlt


λογχεύω

λογχεύω Etymologie fehlt


μακρογραφία


κακουργιοδίκης

κακουργιοδίκης κακουργιοδικείο + -ης


κόρωμα

κόρωμα Etymologie fehlt


πεταλουργός

πεταλουργός Etymologie fehlt


πιρούνιασμα

πιρούνιασμα Etymologie fehlt


αλληλοβοηθούμαι

αλληλοβοηθούμαι αλληλο- + βοηθούμαι


αναίμαχτος

αναίμαχτος αναίμακτος


αριόζο

αριόζο italienisch arioso


πυργώνω

πυργώνω Etymologie fehlt


ραδικοβλάσταρο

ραδικοβλάσταρο Etymologie fehlt


σπόριασμα

σπόριασμα Etymologie fehlt


σταφιδεμπόριο

σταφιδεμπόριο Etymologie fehlt


σταφιδιάζω

σταφιδιάζω Etymologie fehlt


συναπαρτίζω

συναπαρτίζω Etymologie fehlt


ηπειρογένεση

ηπειρογένεση (entlehnt aus) französisch épirogenèse altgriechisch ἤπειρος + γένεσις


ξανθογένης

ξανθογένης Etymologie fehlt


παρετυμολογώ

παρετυμολογώ Koine-Griechisch παρετυμολογέω / παρετυμολογῶ


πισωδρόμισμα

πισωδρόμισμα Etymologie fehlt


πόδημα

πόδημα Etymologie fehlt


αβαντζάρω

αβαντζάρω italienisch avanzare


ανθοκλάδι

ανθοκλάδι άνθος + -ο- + κλαδί + -ι


αποξήλωμα

αποξήλωμα αποξηλώνω + -μα


ασυμπάθητος

ασυμπάθητος Koine-Griechisch ἀσυμπάθητος συμπαθέω


αυτοδιοικούμαι

αυτοδιοικούμαι Etymologie fehlt


δοξολόγημα

δοξολόγημα mittelgriechisch δοξολόγημα δοξολογώ + -μα


εμφράσσω

εμφράσσω altgriechisch ἐμφράσσω


ακυμάτιστα

ακυμάτιστα ακυμάτιστος + -α


αλληλεπενέργεια

αλληλεπενέργεια αλληλ- + επενέργεια


απερίστροφα

απερίστροφα απερίστροφος + -α


αποπλένω

αποπλένω απο- + πλένω


αποστέγνωση

αποστέγνωση αποστεγνώνω + -ση


αυτοδιορίζομαι

αυτοδιορίζομαι αυτο- + διορίζομαι


διαπεραιώνω

διαπεραιώνω Koine-Griechisch διαπεραιόω / διαπεραιῶ altgriechisch περαιόω / περαιῶ πέρας


στραγγαλιστικός

στραγγαλιστικός Etymologie fehlt


υποαπασχολούμαι

υποαπασχολούμαι Etymologie fehlt


κατατυραννώ

κατατυραννώ Etymologie fehlt


κοντραστάρω

κοντραστάρω Etymologie fehlt


παρασόκακο

παρασόκακο παρα- + σοκάκ(ι) + -ο


πλήγιασμα

πλήγιασμα Etymologie fehlt


καρμίνι

καρμίνι Etymologie fehlt


ομαλίζω

ομαλίζω Etymologie fehlt


πείσμωμα

πείσμωμα Etymologie fehlt


απονύχτερο

απονύχτερο substantiviertes Neutrum des Adjektivs: απονύχτερος


αρεσιά

αρεσιά αρέσω


βαριεστίζω

βαριεστίζω βαζγεστίζω türkisch vazgeçtim, αόριστος του ρήματος vazgeçmek (εγκαταλείπω, γυρίζω πίσω) persisch باز (baz, πίσω, στα σύνθετα ρήματα) + türkisch geçmek (γυρίζω)


στειλιαρώνω

στειλιαρώνω Etymologie fehlt


ταμπουρώνω

ταμπουρώνω ταμπούρι + -ώνω mittelgriechisch ταμπούρι türkisch tabur οθωμανικά τουρκικά طابور


κοντοστέκω

κοντοστέκω κοντο- + στέκω


μπουγαδιάζω

μπουγαδιάζω Etymologie fehlt


ξενυστάζω

ξενυστάζω ξε και νυστάζω


ξινοκέρασο

ξινοκέρασο ξινός + κεράσι


παζαριώτης

παζαριώτης Etymologie fehlt



Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


Feedback