ωφελώ  Verb  [ofelo, wfelw]

Ähnliche Bedeutung wie ωφελώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ωφελώ

... Βενιζέλος απαντώντας, τόνισε ότι μια επικείμενη συμμαχία με την Αντάντ θα ωφελούσε την Ελλάδα ενώ απέρριψε την πρόταση ουδετερότητας. Στο τέλος της συζήτησης ...

... πολλών αξιόμαχων εθνών. Αν, με την βοήθεια του Θεού τους νικήσουμε, τί θα ωφεληθούμε ;» «Τί ερώτηση ! Αν τους νικήσουμε, καμιά πόλη, ελληνική ή βάρβαρη, δεν ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze nutzen

... Wir nutzen unseren Mund zum Essen. ...

... Wir nutzen sie oft als Sonnen- oder Regenschirme. ...

... Unglaublich, aber wahr: Im 21. Jahrhundert nutzen die Franzosen noch Schecks! ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik


ΩΦΕΛΩ
I benefit
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ωφελώωφελούμεωφελούμαιωφελούμαστε
ωφελείςωφελείτεωφελείσαιωφελείστε
ωφελείωφελούν(ε)ωφελείταιωφελούνται
Imper
fekt
ωφελούσαωφελούσαμεωφελούμουνωφελούμαστε
ωφελούσεςωφελούσατε
ωφελούσεωφελούσαν(ε)ωφελούνταν, ωφελείτοωφελούνταν, ωφελούντο
Aoristωφέλησαωφελήσαμεωφελήθηκαωφεληθήκαμε
ωφέλησεςωφελήσατεωφελήθηκεςωφεληθήκατε
ωφέλησεωφέλησαν, ωφελήσαν(ε)ωφελήθηκεωφελήθηκαν, ωφεληθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω ωφελήσει
έχω ωφελημένο
έχουμε ωφελήσει
έχουμε ωφελημένο
έχω ωφεληθεί
είμαι ωφελημένος, -η
έχουμε ωφεληθεί
είμαστε ωφελημένοι, -ες
έχεις ωφελήσει
έχεις ωφελημένο
έχετε ωφελήσει
έχετε ωφελημένο
έχεις ωφεληθεί
είσαι ωφελημένος, -η
έχετε ωφεληθεί
είστε ωφελημένοι, -ες
έχει ωφελήσει
έχει ωφελημένο
έχουν ωφελήσει
έχουν ωφελημένο
έχει ωφεληθεί
είναι ωφελημένος, -η, -ο
έχουν ωφεληθεί
είναι ωφελημένοι, -ές, -α
Plu
perf
ekt
είχα ωφελήσει
είχα ωφελημένο
είχαμε ωφελήσει
είχαμε ωφελημένο
είχα ωφεληθεί
ήμουν ωφελημένος, -η
είχαμε ωφεληθεί
ήμαστε ωφελημένοι, -ες
είχες ωφελήσει
είχες ωφελημένο
είχατε ωφελήσει
είχατε ωφελημένο
είχες ωφεληθεί
ήσουν ωφελημένος, -η
είχατε ωφεληθεί
ήσαστε ωφελημένοι, -ες
είχε ωφελήσει
είχε ωφελημένο
είχαν ωφελήσει
είχαν ωφελημένο
είχε ωφεληθεί
ήταν ωφελημένος, -η, -ο
είχαν ωφεληθεί
ήταν ωφελημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ωφελώθα ωφελούμεθα ωφελούμαιθα ωφελούμαστε
θα ωφελείςθα ωφελείτεθα ωφελείσαιθα ωφελείστε
θα ωφελείθα ωφελούν(ε)θα ωφελείταιθα ωφελούνται
Fut
ur
θα ωφελήσωθα ωφελήσουμεθα ωφεληθώθα ωφεληθούμε
θα ωφελήσειςθα ωφελήσετεθα ωφεληθείςθα ωφεληθείτε
θα ωφελήσειθα ωφελήσουν(ε)θα ωφεληθείθα ωφεληθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ωφελήσει
θα έχω ωφελημένο
θα έχουμε ωφελήσει
θα έχουμε ωφελημένο
θα έχω ωφεληθεί
θα είμαι ωφελημένος, -η
θα έχουμε ωφεληθεί
θα είμαστε ωφελημένοι, -ες
θα έχεις ωφελήσει
θα έχεις ωφελημένο
θα έχετε ωφελήσει
θα έχετε ωφελημένο
θα έχεις ωφεληθεί
θα είσαι ωφελημένος, -η
θα έχετε ωφεληθεί
θα είστε ωφελημένοι, -η
θα έχει ωφελήσει
θα έχει ωφελημένο
θα έχουν ωφελήσει
θα έχουν ωφελημένο
θα έχει ωφεληθεί
θα είναι ωφελημένος, -η, -ο
θα έχουν ωφεληθεί
θα είναι ωφελημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ωφελώνα ωφελούμενα ωφελούμαινα ωφελούμαστε
να ωφελείςνα ωφελείτενα ωφελείσαινα ωφελείστε
να ωφελείνα ωφελούν(ε)να ωφελείταινα ωφελούνται
Aoristνα ωφελήσωνα ωφελήσουμε, να ωφελήσομενα ωφεληθώνα ωφεληθούμε
να ωφελήσειςνα ωφελήσετενα ωφεληθείςνα ωφεληθείτε
να ωφελήσεινα ωφελήσουν(ε)να ωφεληθείνα ωφεληθούν(ε)
Perfνα έχω ωφελήσει
να έχω ωφελημένο
να έχουμε ωφελήσει
να έχουμε ωφελημένο
να έχω ωφεληθεί
να είμαι ωφελημένος, -η
να έχουμε ωφεληθεί
να είμαστε ωφελημένοι, -ες
να έχεις ωφελήσει
να έχεις ωφελημένο
να έχετε ωφελήσει
να έχετε ωφελημένο
να έχεις ωφεληθεί
να είσαι ωφελημένος, -η
να έχετε ωφεληθεί
να είστε ωφελημένοι, -ες
να έχει ωφελήσει
να έχει ωφελημένο
να έχουν ωφελήσει
να έχουν ωφελημένο
να έχει ωφεληθεί
να είναι ωφελημένος, -η, -ο
να έχουν ωφεληθεί
να είναι ωφελημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presωφελείτεωφελείστε
Aoristωφέλησεωφελήστε, ωφελήσετεωφελήσουωφεληθείτε
Part
izip
Presωφελώντας
Perfέχοντας ωφελήσει, έχοντας ωφελημένοωφελημένος, -η, -οωφελημένοι, -ες, -α
InfinAoristωφελήσειωφεληθεί



Person Wortform
Präsens ich nutze
du nutzt
er, sie, es nutzt
Präteritum ich nutzte
Konjunktiv II ich nutzte
Imperativ Singular nutze!
Plural nutzt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
genutzt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:nutzen


Griechische Definition zu ωφελώ

ωφελώ [ofeló] -ούμαι : 1α. έχω μια καλή επίδραση ή προκαλώ ένα καλό αποτέλεσμα σε κπ. ή σε κτ· κάνω καλό. ANT βλάπτω: Πάμε στο βουνό· ο καθαρός αέρας σίγουρα θα σε ωφελήσει. Tα πολλά φάρμακα δεν ωφελούν την υγεία μας. Tα λάθη μας ωφέλησαν τους ανταγωνιστές μας. β. (παθ.) δέχομαι μια καλή επίδραση ή ένα καλό αποτέλεσμα: Δεν ωφελήθηκα και πολύ από τις συμβουλές τους. || (προφ.) ωφελούμαι από οικονομική άποψη, έχω οικονομικό όφελος· κερδίζω. ANT ζημιώνω: Nα κερδίσεις, δε λέω όχι, αλλά να ωφεληθώ κάτι κι εγώ. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ωφελώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15