ωθώ  Verb  [otho, wthw]

Ähnliche Bedeutung wie ωθώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze antreiben

... Der Strompreis ist heute um vierzig Prozent geschrumpft. Grund dafür ist der aufziehende Sturm, der morgen und in den kommenden Tagen die Windkrafträder antreiben und somit für ein großes Angebot an Strom sorgen wird. ...

... sei. Statt des Aufbaus eines gesamten Industriekomplexes, der das wirtschaftliche Wachstum antreiben und daraufhin induzieren soll, sieht Hirschman diesen ...

... Weiterentwicklung der Geschichte antreiben könnten. In ähnlichem Sinne äußerte sich der amerikanische Präsident George Bush während des Zweiten Golfkriegs. Am ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
ωθήσει
μετοχή (ενεστώτας)
ωθώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ωθώ ωθείς ωθεί ωθούμε ωθείτε ωθούν
παρατατικός ωθούσα ωθούσες ωθούσε ωθούσαμε ωθούσατε ωθούσαν
αόριστος ώθησα ώθησες ώθησε ωθήσαμε ωθήσατε ώθησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα ωθώ θα ωθείς θα ωθεί θα ωθούμε θα ωθείτε θα ωθούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα ωθήσω θα ωθήσεις θα ωθήσει θα ωθήσουμε θα ωθήσετε θα ωθήσουν
παρακείμενος α' έχω ωθήσει έχεις ωθήσει έχει ωθήσει έχουμε ωθήσει έχετε ωθήσει έχουν ωθήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα ωθήσει είχες ωθήσει είχε ωθήσει είχαμε ωθήσει είχατε ωθήσει είχαν ωθήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω ωθήσει θα έχεις ωθήσει θα έχει ωθήσει θα έχουμε ωθήσει θα έχετε ωθήσει θα έχουν ωθήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να ωθώ να ωθείς να ωθεί να ωθούμε να ωθείτε να ωθούν
αόριστος να ωθήσω να ωθήσεις να ωθήσει να ωθήσουμε να ωθήσετε να ωθήσουν
παρακείμενος α' να έχω ωθήσει να έχεις ωθήσει να έχει ωθήσει να έχουμε ωθήσει να έχετε ωθήσει να έχουν ωθήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ώθει ωθείτε
αόριστος ώθησε ωθήστε






Griechische Definition zu ωθώ

ωθώ [oθó] -ούμαι : α. (λόγ.) ασκώ πίεση, δύναμη επάνω σε κτ. προς μια ορισμένη κατεύθυνση (συνήθ. προς τα εμπρός), έτσι ώστε να το φέρω σε μια άλλη θέση· σπρώχνω. ANT τραβώ, έλκω: H δύναμη του ατμού ωθεί το έμβολο προς τα επάνω. ωθώ προς τα εμπρός, προωθώ. || «Ωθήσατε», επιγραφή σε εισόδους που ειδοποιεί για το πώς ανοίγει η πόρτα. β. (μτφ.) παρακινώ κπ. σε μια ενέργεια, τον κάνω να κάνει κτ.: Tι σε ώθησε να παραιτηθείς; Aγνοώ τα κίνητρα που τους ωθούν σε μια τέτοια απόφαση.

[λόγ.: α: αρχ. ὠθῶ· β: σημδ. του λαϊκού σπρώχνω ή του γαλλ. pousser]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ωθώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15