ψωνίζω  Verb  [psonizo, pswnizw]

Ähnliche Bedeutung wie ψωνίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ψωνίζω

... Ελλάδα με τίτλο "Ψωνίζω, άρα υπάρχω") (2000) Shopaholic Abroad (ή με τίτλο Shopaholic Takes Manhattan, στην Ελλάδα με τίτλο "Ψωνίζω, άρα υπάρχω και στη ...

... Βλακασκαντέρ (Hot Rod) το 2007, Σίγουρα, Ισως... (Definitely, Maybe) το 2008 και Ψωνίζω, Αρα Υπάρχω (Confessions of a Shopaholic) το 2009. Γερμανική Εθνική Βιβλιοθήκη ...

... σώμα και στα κέρατα. Ο κουμπάρος ψώνιζε τα βαφτιστικά του μωρού και το δώρο που θα έκανε στη μητέρα του μωρού. Δώρο ψώνιζε και η μητέρα για τον κουμπάρο ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze shoppen

... Sie ging shoppen und ließ ihr kleines Kind ganz alleine. ...

... Hast du Lust, mit mir shoppen zu gehen? ...

... Ich muss shoppen gehen. ich bin in einer Stunde zurück. ...

Quelle: MUIRIEL, MUIRIEL, MUIRIEL

Grammatik



ΨΩΝΙΖΩ
I buy
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ψωνίζωψωνίζουμε, ψωνίζομεψωνίζομαιψωνιζόμαστε
ψωνίζειςψωνίζετεψωνίζεσαιψωνίζεστε, ψωνιζόσαστε
ψωνίζειψωνίζουν(ε)ψωνίζεταιψωνίζονται
Imper
fekt
ψώνιζαψωνίζαμεψωνιζόμουν(α)ψωνιζόμαστε, ψωνιζόμασταν
ψώνιζεςψωνίζατεψωνιζόσουν(α)ψωνιζόσαστε, ψωνιζόσασταν
ψώνιζεψώνιζαν, ψωνίζαν(ε)ψωνιζόταν(ε)ψωνίζονταν, ψωνιζόντανε, ψωνιζόντουσαν
Aoristψώνισαψωνίσαμεψωνίστηκαψωνιστήκαμε
ψώνισεςψωνίσατεψωνίστηκεςψωνιστήκατε
ψώνισεψώνισαν, ψωνίσαν(ε)ψωνίστηκεψωνίστηκαν, ψωνιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ψωνίσειέχουμε ψωνίσειέχω ψωνιστείέχουμε ψωνιστεί
έχεις ψωνίσειέχετε ψωνίσειέχεις ψωνιστείέχετε ψωνιστεί
έχει ψωνίσειέχουν ψωνίσειέχει ψωνιστείέχουν ψωνιστεί
Plu
per
fect
είχα ψωνίσειείχαμε ψωνίσειείχα ψωνιστείείχαμε ψωνιστεί
είχες ψωνίσειείχατε ψωνίσειείχες ψωνιστείείχατε ψωνιστεί
είχε ψωνίσειείχαν ψωνίσειείχε ψωνιστείείχαν ψωνιστεί
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ψωνίζωθα ψωνίζουμε, θα ψωνίζομεθα ψωνίζομαιθα ψωνιζόμαστε
θα ψωνίζειςθα ψωνίζετεθα ψωνίζεσαιθα ψωνίζεστε, θα ψωνιζόσαστε
θα ψωνίζειθα ψωνίζουν(ε)θα ψωνίζεταιθα ψωνίζονται
Fut
ur
θα ψωνίσωθα ψωνίσουμε, θα ψωνίζομεθα ψωνιστώθα ψωνιστούμε
θα ψωνίσειςθα ψωνίσετεθα ψωνιστείςθα ψωνιστείτε
θα ψωνίσειθα ψωνίσουν(ε)θα ψωνιστείθα ψωνιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ψωνίσειθα έχουμε ψωνίσειθα έχω ψωνιστείθα έχουμε ψωνιστεί
θα έχεις ψωνίσειθα έχετε ψωνίσειθα έχεις ψωνιστείθα έχετε ψωνιστεί
θα έχει ψωνίσειθα έχουν ψωνίσειθα έχει ψωνιστείθα έχουν ψωνιστεί
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ψωνίζωνα ψωνίζουμε, να ψωνίζομενα ψωνίζομαινα ψωνιζόμαστε
να ψωνίζειςνα ψωνίζετενα ψωνίζεσαινα ψωνίζεστε, να ψωνιζόσαστε
να ψωνίζεινα ψωνίζουν(ε)να ψωνίζεταινα ψωνίζονται
Aoristνα ψωνίσωνα ψωνίσουμε, να ψωνίσομενα ψωνιστώνα ψωνιστούμε
να ψωνίσειςνα ψωνίσετενα ψωνιστείςνα ψωνιστείτε
να ψωνίσεινα ψωνίσουν(ε)να ψωνιστείνα ψωνιστούν(ε)
Perfνα έχω ψωνίσεινα έχουμε ψωνίσεινα έχω ψωνιστείνα έχουμε ψωνιστεί
να έχεις ψωνίσεινα έχετε ψωνίσεινα έχεις ψωνιστείνα έχετε ψωνιστεί
να έχει ψωνίσεινα έχουν ψωνίσεινα έχει ψωνιστείνα έχουν ψωνιστεί
Imper
ativ
Presψώνιζεψωνίζετεψωνίζεστε
Aoristψώνισεψωνίστεψωνίσουψωνιστείτε
Part
izip
Presψωνίζοντας
Perfέχοντας ψωνίσει, έχοντας ψωνισμένο
InfinAoristψωνίσειψωνιστεί






Griechische Definition zu ψωνίζω

ψωνίζω [psonízo] -ομαι στις σημ. 1, 2β : 1.αγοράζω (από κατάστημα) κτ. που χρησιμεύει για διάφορες τρέχουσες καθημερινές ανάγκες (τρόφι μα, ενδύματα κτλ.)· αγοράζω, παίρνω: Ψώνισα κρέας, φρούτα και ψωμί. Ψωνίσαμε καινούρια ρούχα. ΦΡ ψωνίζω καβάλα / από σβέρκο, (ειρ.) αποτυχαί νω σε μια αγορά από δική μου υπαιτιότητα (αφέλεια ή απειρία). (λαϊκ.) την ψωνίζω, τρελαίνομαι (κυριολ. και μτφ.) || (παθ.) ψωνίζω πράγματα συνήθ. αποκλειστικά για τον εαυτό μου: Aπό πού ψωνίζεσαι; Πήγαμε στην αγορά και ψωνιστήκαμε. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ψωνίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15