χαϊδεύω  Verb  [chaidevo, chaithevo, xaideyw]

Ähnliche Bedeutung wie χαϊδεύω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χαϊδεύω

... ιδιαίτερα στην τέχνη, ως κόμπρα ή ως γυναίκα με το κεφάλι κόμπρας. Τα ρήματα «χαϊδεύω, φροντίζω ή ανατρέφω» βοηθούν να εξηγήσουν το όνομα της Ρενενουτέτ. Αυτή ...

... κυριαρχούσε ακόμα ο πολυθεϊσμός πριν την έλευση του Ισλάμ. Το άγαλμά του το χάιδευαν οι γυναίκες, αλλά κατά την έμμηνο ρύση τους δεν επιτρεπόταν να το πλησιάσουν ...

... χαρακτηριστικό "γουργούρισμα" που παράγουν, ιδιαίτερα όταν ο άνθρωπος τις χαϊδεύει και τις φροντίζει. Άλλος ένας τρόπος με τον οποίο εκφράζουν την ευγνωμοσύνη ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze tätscheln

... Intimitäten sind u. a. das Streicheln, das Füttern, das Schmusen und das Tätscheln (sowie alle obigen Handlungen). Körperliche Intimitäten in der Partnerschaft ...

... liebevoller Details. Heiligenbilder zeigen den Weg, Engel tauchen auf und tätscheln der Protagonistin den Hintern. Die Polen werden als stets hilfsbereite ...

... Tapotement (Klopfung; von frz. tapoter [tapɔˈte] „gegen etw. klopfen; tätscheln“)Mit der Handkante, der flachen Hand oder den Fingern werden kurze, schlagende ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΧΑΙΔΕΥΩ
I caress
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χαϊδεύωχαϊδεύουμε, χαϊδεύομεχαϊδεύομαιχαϊδευόμαστε
χαϊδεύειςχαϊδεύετεχαϊδεύεσαιχαϊδεύεστε, χαϊδευόσαστε
χαϊδεύειχαϊδεύουν(ε)χαϊδεύεταιχαϊδεύονται
Imper
fekt
χάιδευαχαϊδεύαμεχαϊδευόμουν(α)χαϊδευόμαστε, χαϊδευόμασταν
χάιδευεςχαϊδεύατεχαϊδευόσουν(α)χαϊδευόσαστε, χαϊδευόσασταν
χάιδευεχάιδευαν, χαϊδεύαν(ε)χαϊδευόταν(ε)χαϊδεύονταν, χαϊδευόντανε, χαϊδευόντουσαν
Aoristχάιδεψαχαϊδέψαμεχαϊδεύτηκαχαϊδευτήκαμε
χάιδεψεςχαϊδέψατεχαϊδεύτηκεςχαϊδευτήκατε
χάιδεψεχάιδεψαν, χαϊδέψαν(ε)χαϊδεύτηκεχαϊδεύτηκαν, χαϊδευτήκαν(ε)
Per
fect
έχω χαϊδέψει
έχω χαϊδεμένο
έχουμε χαϊδέψει
έχουμε χαϊδεμένο
έχω χαϊδευτεί
είμαι χαϊδεμένος, -η
έχουμε χαϊδευτεί
είμαστε χαϊδεμένοι, -ες
έχεις χαϊδέψει
έχεις χαϊδεμένο
έχετε χαϊδέψει
έχετε χαϊδεμένο
έχεις χαϊδευτεί
είσαι χαϊδεμένος, -η
έχετε χαϊδευτεί
είστε χαϊδεμένοι, -ες
έχει χαϊδέψει
έχει χαϊδεμένο
έχουν χαϊδέψει
έχουν χαϊδεμένο
έχει χαϊδευτεί
είναι χαϊδεμένος, -η, -ο
έχουν χαϊδευτεί
είναι χαϊδεμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα χαϊδέψει
είχα χαϊδεμένο
είχαμε χαϊδέψει
είχαμε χαϊδεμένο
είχα χαϊδευτεί
ήμουν χαϊδεμένος, -η
είχαμε χαϊδευτεί
ήμαστε χαϊδεμένοι, -ες
είχες χαϊδέψει
είχες χαϊδεμένο
είχατε χαϊδέψει
είχατε χαϊδεμένο
είχες χαϊδευτεί
ήσουν χαϊδεμένος, -η
είχατε χαϊδευτεί
ήσαστε χαϊδεμένοι, -ες
είχε χαϊδέψει
είχε χαϊδεμένο
είχαν χαϊδέψει
είχαν χαϊδεμένο
είχε χαϊδευτεί
ήταν χαϊδεμένος, -η, -ο
είχαν χαϊδευτεί
ήταν χαϊδεμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χαϊδεύωθα χαϊδεύουμε, θα χαϊδεύομεθα χαϊδεύομαιθα χαϊδευόμαστε
θα χαϊδεύειςθα χαϊδεύετεθα χαϊδεύεσαιθα χαϊδεύεστε, θα χαϊδευόσαστε
θα χαϊδεύειθα χαϊδεύουν(ε)θα χαϊδεύεταιθα χαϊδεύονται
Fut
ur
θα χαϊδέψωθα χαϊδέψουμε, θα χαϊδέψομεθα χαϊδευτώθα χαϊδευτούμε
θα χαϊδέψειςθα χαϊδέψετεθα χαϊδευτείςθα χαϊδευτείτε
θα χαϊδέψειθα χαϊδέψουν(ε)θα χαϊδευτείθα χαϊδευτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χαϊδέψει
θα έχω χαϊδεμένο
θα έχουμε χαϊδέψει
θα έχουμε χαϊδεμένο
θα έχω χαϊδευτεί
θα είμαι χαϊδεμένος, -η
θα έχουμε χαϊδευτεί
θα είμαστε χαϊδεμένοι, -ες
θα έχεις χαϊδέψει
θα έχεις χαϊδεμένο
θα έχετε χαϊδέψει
θα έχετε χαϊδεμένο
θα έχεις χαϊδευτεί
θα είσαι χαϊδεμένος, -η
θα έχετε χαϊδευτεί
θα είστε χαϊδεμένοι, -ες
θα έχει χαϊδέψει
θα έχει χαϊδεμένο
θα έχουν χαϊδέψει
θα έχουν χαϊδεμένο
θα έχει χαϊδευτεί
θα είναι χαϊδεμένος, -η, -ο
θα έχουν χαϊδευτεί
θα είναι χαϊδεμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χαϊδεύωνα χαϊδεύουμε, να χαϊδεύομενα χαϊδεύομαινα χαϊδευόμαστε
να χαϊδεύειςνα χαϊδεύετενα χαϊδεύεσαινα χαϊδεύεστε, να χαϊδευόσαστε
να χαϊδεύεινα χαϊδεύουν(ε)να χαϊδεύεταινα χαϊδεύονται
Aoristνα χαϊδέψωνα χαϊδέψουμε, να χαϊδέψομενα χαϊδευτώνα χαϊδευτούμε
να χαϊδέψειςνα χαϊδέψετενα χαϊδευτείςνα χαϊδευτείτε
να χαϊδέψεινα χαϊδέψουν(ε)να χαϊδευτείνα χαϊδευτούν(ε)
Perfνα έχω χαϊδέψει
να έχω χαϊδεμένο
να έχουμε χαϊδέψει
να έχουμε χαϊδεμένο
να έχω χαϊδευτεί
να είμαι χαϊδεμένος, -η
να έχουμε χαϊδευτεί
να είμαστε χαϊδεμένοι, -ες
να έχεις χαϊδέψει
να έχεις χαϊδεμένο
να έχετε χαϊδέψει
να έχετε χαϊδεμένο
να έχεις χαϊδευτεί
να είσαι χαϊδεμένος, -η
να έχετε χαϊδευτεί
να είστε χαϊδεμένοι, -ες
να έχει χαϊδέψει
να έχει χαϊδεμένο
να έχουν χαϊδέψει
να έχουν χαϊδεμένο
να έχει χαϊδευτεί
να είναι χαϊδεμένος, -η, -ο
να έχουν χαϊδευτεί
να είναι χαϊδεμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presχάιδευεχαϊδεύετεχαϊδεύεστε
Aoristχάιδεψεχαϊδέψτε, χαϊδεύτεχαϊδέψουχαϊδευτείτε
Part
izip
Presχαϊδεύοντας
Perfέχοντας χαϊδέψει, έχοντας χαϊδεμένοχαϊδεμένος, -η, -οχαϊδεμένοι, -ες, -α
InfinAoristχαϊδέψειχαϊδευτεί














Griechische Definition zu χαϊδεύω

χαϊδεύω [xaiδévo] -ομαι : 1α.ακουμπώ και μετακινώ ελαφρά την παλάμη επάνω σε κπ. για να εκδηλώσω τη στοργή μου: Tον χάιδεψε τρυφερά στο κεφάλι. Tου χάιδευε τα χέρια. χαϊδεύω το σκυλί / τη γάτα. Zευγαράκια χαϊδεύονται στο πάρκο, για ερωτικές εκδηλώσεις. || χαϊδεύω με το βλέμμα, κοιτάζω με τρυφερότητα. β. εκδηλώνω την αγάπη μου με υπερβολικές φροντίδες, με τρυφερότητα και υποχωρητικότητα: Tον χάιδεψαν πολύ οι γονείς του και τον χάλασαν. Ο μικρότερος αδελφός είναι το χαϊδεμένο παιδί της οικογένειας. || (έκφρ.) το χαϊδεμένο παιδί του κινηματογράφου / του θεάτρου κτλ., για άτομο που αποτελεί το κέντρο του ενδιαφέροντος και των περιποιήσεων της ομάδας στην οποία ανήκει. γ. με λόγια και πράξεις προσπαθώ να φανώ ευχάριστος σε κπ. με απώτερο σκοπό να κερδίσω κτ., τον κολακεύω: Πολιτικός που δεν ξέρει να χαϊδεύει τους ψηφοφόρους του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χαϊδεύω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15