χαρίζω  Verb  [charizo, xarizw]

Ähnliche Bedeutung wie χαρίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χαρίζω

... 25/3/2011.  Λίνα Γιάνναρου (25/5/2009). «Οι Κ.Ο.Τ.Ε.Σ. και το... «Χαρίζω Οικόπεδα, Χαρίζω Χρέη»». Καθημερινή. http://news.kathimerini ...

... ΠΑΣΟΚ, ανανεωτική Νέα Δημοκρατία, όχι στον πόλεμο κόμμα επιχείρηση χαρίζω οικόπεδα χαρίζω χρέη σώζω ζωές Παναγροτικό Εργατικό Κίνημα Ελλάδος ΠΑ.Ε.Κ.Ε. (Μ ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze stiften

... Wir stiften keinen neuen Bund, es ist ein uralt Bündnis nur von Väter Zeit, das wir erneuern! ...

... Nicht jeder Unternehmer, der stiften geht, ist ein Mäzen. ...

... Wir sind an dem Punkt angelangt, da ein zusätzlich gedruckter Geldschein mehr Schaden als Nutzen stiften kann. ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen, Esperantostern, Esperantostern

Grammatik



ΧΑΡΙΖΩ
Ι make gift
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χαρίζωχαρίζουμε, χαρίζομεχαρίζομαιχαριζόμαστε
χαρίζειςχαρίζετεχαρίζεσαιχαρίζεστε, χαριζόσαστε
χαρίζειχαρίζουν(ε)χαρίζεταιχαρίζονται
Imper
fekt
χάριζαχαρίζαμεχαριζόμουν(α)χαριζόμαστε, χαριζόμασταν
χάριζεςχαρίζατεχαριζόσουν(α)χαριζόσαστε, χαριζόσασταν
χάριζεχάριζαν, χαρίζαν(ε)χαριζόταν(ε)χαρίζονταν, χαριζόντανε, χαριζόντουσαν
Aoristχάρισαχαρίσαμεχαρίστηκαχαριστήκαμε
χάρισεςχαρίσατεχαρίστηκεςχαριστήκατε
χάρισεχάρισαν, χαρίσαν(ε)χαρίστηκεχαρίστηκαν, χαριστήκαν(ε)
Per
fect
έχω χαρίσει
έχω χαρισμένο
έχουμε χαρίσει
έχουμε χαρισμένο
έχω χαριστεί
είμαι χαρισμένος, -η
έχουμε χαριστεί
είμαστε χαρισμένοι, -ες
έχεις χαρίσει
έχεις χαρισμένο
έχετε χαρίσει
έχετε χαρισμένο
έχεις χαριστεί
είσαι χαρισμένος, -η
έχετε χαριστεί
είστε χαρισμένοι, -ες
έχει χαρίσει
έχει χαρισμένο
έχουν χαρίσει
έχουν χαρισμένο
έχει χαριστεί
είναι χαρισμένος, -η, -ο
έχουν χαριστεί
είναι χαρισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα χαρίσει
είχα χαρισμένο
είχαμε χαρίσει
είχαμε χαρισμένο
είχα χαριστεί
ήμουν χαρισμένος, -η
είχαμε χαριστεί
ήμαστε χαρισμένοι, -ες
είχες χαρίσει
είχες χαρισμένο
είχατε χαρίσει
είχατε χαρισμένο
είχες χαριστεί
ήσουν χαρισμένος, -η
είχατε χαριστεί
ήσαστε χαρισμένοι, -ες
είχε χαρίσει
είχε χαρισμένο
είχαν χαρίσει
είχαν χαρισμένο
είχε χαριστεί
ήταν χαρισμένος, -η, -ο
είχαν χαριστεί
ήταν χαρισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χαρίζωθα χαρίζουμε, θα χαρίζομεθα χαρίζομαιθα χαριζόμαστε
θα χαρίζειςθα χαρίζετεθα χαρίζεσαιθα χαρίζεστε, θα χαριζόσαστε
θα χαρίζειθα χαρίζουν(ε)θα χαρίζεταιθα χαρίζονται
Fut
ur
θα χαρίσωθα χαρίσουμε, θα χαρίζομεθα χαριστώθα χαριστούμε
θα χαρίσειςθα χαρίσετεθα χαριστείςθα χαριστείτε
θα χαρίσειθα χαρίσουν(ε)θα χαριστείθα χαριστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χαρίσει
θα έχω χαρισμένο
θα έχουμε χαρίσει
θα έχουμε χαρισμένο
θα έχω χαριστεί
θα είμαι χαρισμένος, -η
θα έχουμε χαριστεί
θα είμαστε χαρισμένοι, -ες
θα έχεις χαρίσει
θα έχεις χαρισμένο
θα έχετε χαρίσει
θα έχετε χαρισμένο
θα έχεις χαριστεί
θα είσαι χαρισμένος, -η
θα έχετε χαριστεί
θα είστε χαρισμένοι, -ες
θα έχει χαρίσει
θα έχει χαρισμένο
θα έχουν χαρίσει
θα έχουν χαρισμένο
θα έχει χαριστεί
θα είναι χαρισμένος, -η, -ο
θα έχουν χαριστεί
θα είναι χαρισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χαρίζωνα χαρίζουμε, να χαρίζομενα χαρίζομαινα χαριζόμαστε
να χαρίζειςνα χαρίζετενα χαρίζεσαινα χαρίζεστε, να χαριζόσαστε
να χαρίζεινα χαρίζουν(ε)να χαρίζεταινα χαρίζονται
Aoristνα χαρίσωνα χαρίσουμε, να χαρίσομενα χαριστώνα χαριστούμε
να χαρίσειςνα χαρίσετενα χαριστείςνα χαριστείτε
να χαρίσεινα χαρίσουν(ε)να χαριστείνα χαριστούν(ε)
Perfνα έχω χαρίσει
να έχω χαρισμένο
να έχουμε χαρίσει
να έχουμε χαρισμένο
να έχω χαριστεί
να είμαι χαρισμένος, -η
να έχουμε χαριστεί
να είμαστε χαρισμένοι, -ες
να έχεις χαρίσει
να έχεις χαρισμένο
να έχετε χαρίσει
να έχετε χαρισμένο
να έχεις χαριστεί
να είσαι χαρισμένος, -η
να έχετε χαριστεί
να είστε χαρισμένοι, -ες
να έχει χαρίσει
να έχει χαρισμένο
να έχουν χαρίσει
να έχουν χαρισμένο
να έχει χαριστεί
να είναι χαρισμένος, -η, -ο
να έχουν χαριστεί
να είναι χαρισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presχάριζεχαρίζετεχαρίζεστε
Aoristχάρισεχαρίστεχαρίσουχαριστείτε
Part
izip
Presχαρίζονταςχαριζόμενος
Perfέχοντας χαρίσει, έχοντας χαρισμένοχαρισμένος, -η, -οχαρισμένοι, -ες, -α
InfinAoristχαρίσειχαριστεί








Griechische Definition zu χαρίζω

χαρίζω [xarízo] -ομαι : I1.προσφέρω κτ. ως δώρο, δίνω σε κπ. κτ. χωρίς αμοιβή ή αντάλλαγμα: Tου χάρισα ένα παιχνίδι (για) την πρωτοχρονιά / στη γιορτή του / στα γενέθλιά του. Aυτό το βιβλίο είναι χαρισμένο από τον πατέρα μου. Kαι να μου το χάριζαν δε θα το ΄παιρνα, για κτ. που θεωρούμε τιποτένιο. || (οικ., συναισθ.) Xάρισέ μου τ΄ όνομά σου!, πες μου. Xαρισέ μου ένα φιλί, δώσ΄ μου. ΦΡ δε χαρίζω κάστανα*. ΠAΡ Kάποιου του χάριζαν γάιδαρο και τον κοίταζε στα δόντια, για άνθρωπο απαιτητικό και μεμψίμοιρο που δεν εκτιμά μιαν ανέλπιστη προσφορά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χαρίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15