χαράζω  Verb  [charazo, xarazw]

Ähnliche Bedeutung wie χαράζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze χαράζω

... κάθε ορυκτό χαράζει τα προηγούμενα και χαράζεται από τα επόμενα (για παράδειγμα όπως φαίνεται από τον παρακάτω πίνακα, το κορούνδιο χαράζει το τοπάζιο ...

... η εκτυπούμενη γραμμή να αποκτά μια ιδιάζουσα «ευαισθησία». Το σχέδιο χαράζεται ως κατοπτρικό «αρνητικό», οπότε χρειάζεται προσοχή όταν περιέχονται γράμματα ...

... Εωσφόρος ήταν η προσωποποίηση του φωτεινού αστέρα που βγαίνει πριν αρχίσει να χαράζει η αυγή, του Αυγερινού. Τον θεωρούσαν γιο του Αστραίου και της Ηούς ή Αυγής ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze dämmern

... Wie es sich aufhellt in mir! Große Gedanken dämmern auf in meiner Seele! Riesenpläne gären in meinem schöpfrischen Schädel! ...

Quelle: Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΧΑΡΑΖΩ
I carve
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χαράζωχαράζουμε, χαράζομεχαράζομαιχαραζόμαστε
χαράζειςχαράζετεχαράζεσαιχαράζεστε, χαραζόσαστε
χαράζειχαράζουν(ε)χαράζεταιχαράζονται
Imper
fekt
χάραζαχαράζαμεχαραζόμουν(α)χαραζόμαστε, χαραζόμασταν
χάραζεςχαράζατεχαραζόσουν(α)χαραζόσαστε, χαραζόσασταν
χάραζεχάραζαν, χαράζαν(ε)χαραζόταν(ε)χαράζονταν, χαραζόντανε, χαραζόντουσαν
Aoristχάραξαχαράξαμεχαράχτηκαχαραχτήκαμε
χάραξεςχαράξατεχαράχτηκεςχαραχτήκατε
χάραξεχάραξαν, χαράξαν(ε)χαράχτηκεχαράχτηκαν, χαραχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω χαράξει
έχω χαραγμένο
έχουμε χαράξει
έχουμε χαραγμένο
έχω χαραχτεί
είμαι χαραγμένος, -η
έχουμε χαραχτεί
είμαστε χαραγμένοι, -ες
έχεις χαράξει
έχεις χαραγμένο
έχετε χαράξει
έχετε χαραγμένο
έχεις χαραχτεί
είσαι χαραγμένος, -η
έχετε χαραχτεί
είστε χαραγμένοι, -ες
έχει χαράξει
έχει χαραγμένο
έχουν χαράξει
έχουν χαραγμένο
έχει χαραχτεί
είναι χαραγμένος, -η, -ο
έχουν χαραχτεί
είναι χαραγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα χαράξει
είχα χαραγμένο
είχαμε χαράξει
είχαμε χαραγμένο
είχα χαραχτεί
ήμουν χαραγμένος, -η
είχαμε χαραχτεί
ήμαστε χαραγμένοι, -ες
είχες χαράξει
είχες χαραγμένο
είχατε χαράξει
είχατε χαραγμένο
είχες χαραχτεί
ήσουν χαραγμένος, -η
είχατε χαραχτεί
ήσαστε χαραγμένοι, -ες
είχε χαράξει
είχε χαραγμένο
είχαν χαράξει
είχαν χαραγμένο
είχε χαραχτεί
ήταν χαραγμένος, -η, -ο
είχαν χαραχτεί
ήταν χαραγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χαράζωθα χαράζουμε, θα χαράζομεθα χαράζομαιθα χαραζόμαστε
θα χαράζειςθα χαράζετεθα χαράζεσαιθα χαράζεστε, θα χαραζόσαστε
θα χαράζειθα χαράζουν(ε)θα χαράζεταιθα χαράζονται
Fut
ur
θα χαράξωθα χαράξουμε, θα χαράξομεθα χαραχτώθα χαραχτούμε
θα χαράξειςθα χαράξετεθα χαραχτείςθα χαραχτείτε
θα χαράξειθα χαράξουν(ε)θα χαραχτείθα χαραχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χαράξει
θα έχω χαραγμένο
θα έχουμε χαράξει
θα έχουμε χαραγμένο
θα έχω χαραχτεί
θα είμαι χαραγμένος, -η
θα έχουμε χαραχτεί
θα είμαστε χαραγμένοι, -ες
θα έχεις χαράξει
θα έχεις χαραγμένο
θα έχετε χαράξει
θα έχετε χαραγμένο
θα έχεις χαραχτεί
θα είσαι χαραγμένος, -η
θα έχετε χαραχτεί
θα είστε χαραγμένοι, -ες
θα έχει χαράξει
θα έχει χαραγμένο
θα έχουν χαράξει
θα έχουν χαραγμένο
θα έχει χαραχτεί
θα είναι χαραγμένος, -η, -ο
θα έχουν χαραχτεί
θα είναι χαραγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χαράζωνα χαράζουμε, να χαράζομενα χαράζομαινα χαραζόμαστε
να χαράζειςνα χαράζετενα χαράζεσαινα χαράζεστε, να χαραζόσαστε
να χαράζεινα χαράζουν(ε)να χαράζεταινα χαράζονται
Aoristνα χαράξωνα χαράξουμε, να χαράξομενα χαραχτώνα χαραχτούμε
να χαράξειςνα χαράξετενα χαραχτείςνα χαραχτείτε
να χαράξεινα χαράξουν(ε)να χαραχτείνα χαραχτούν(ε)
Perf να έχω χαράξει
να έχω χαραγμένο
να έχουμε χαράξει
να έχουμε χαραγμένο
να έχω χαραχτεί
να είμαι χαραγμένος, -η
να έχουμε χαραχτεί
να είμαστε χαραγμένοι, -ες
να έχεις χαράξει
να έχεις χαραγμένο
να έχετε χαράξει
να έχετε χαραγμένο
να έχεις χαραχτεί
να είσαι χαραγμένος, -η
να έχετε χαραχτεί
να είστε χαραγμένοι, -ες
να έχει χαράξει
να έχει χαραγμένο
να έχουν χαράξει
να έχουν χαραγμένο
να έχει χαραχτεί
να είναι χαραγμένος, -η, -ο
να έχουν χαραχτεί
να είναι χαραγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presχάραζεχαράζετεχαράζεστε
Aoristχάραξεχαράξτε, χαράχτεχαράξουχαραχτείτε
Part
izip
Presχαράζοντας
Perfέχοντας χαράξει, έχοντας χαραγμένοχαραγμένος, -η, -οχαραγμένοι, -ες, -α
InfinAoristχαράξειχαραχτεί







Person Wortform
Präsens ich kerbe
du kerbst
er, sie, es kerbt
Präteritum ich kerbte
Konjunktiv II ich kerbte
Imperativ Singular kerb!
kerbe!
Plural kerbt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekerbt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:kerben



Person Wortform
Präsens ich ritze
du ritzt
er, sie, es ritzt
Präteritum ich ritzte
Konjunktiv II ich ritzte
Imperativ Singular ritze!
ritz!
Plural ritzt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
geritzt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:ritzen


Griechische Definition zu χαράζω

χαράζω [xarázo] -ομαι : I1α.κάνω εγκοπές με αιχμηρό όργανο επάνω σε μια σκληρή επιφάνεια: χαράζω τα κάστανα με το μαχαίρι. χαράζω το τζάμι με διαμάντι. χαράζω τον κορμό του πεύκου για να τρέξει ρετσίνι. Tης χάραξε το πρόσωπο με σουγιά, της το έσκισε. || Tο πρόσωπό του είναι χαραγμένο από βαθιές ρυτίδες. || (προφ.) κτ. χαράζει, χαράζεται εύκολα. β. (ειδικότ.) σχηματίζω σε μια σκληρή επιφάνεια με το κατάλληλο όργανο γράμματα, παραστάσεις κτλ.· σκαλίζω3: Πάνω στο μάρμαρο ήταν χαραγμένη μια επιγραφή. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu χαράζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15