χαράζω Verb  [charazo, xarazw]

  Verb
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu χαράζω

χαράζω mittelgriechisch χαράζω altgriechisch χαράσσω


GriechischDeutsch
Noch keine Beispielsätze.

Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Bedeutung
Noch keine Wörter mit ähnlicher Bedeutung
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu χαράζω

AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
χαράζωχαράζουμε, χαράζομεχαράζομαιχαραζόμαστε
χαράζειςχαράζετεχαράζεσαιχαράζεστε, χαραζόσαστε
χαράζειχαράζουν(ε)χαράζεταιχαράζονται
Imper
fekt
χάραζαχαράζαμεχαραζόμουν(α)χαραζόμαστε, χαραζόμασταν
χάραζεςχαράζατεχαραζόσουν(α)χαραζόσαστε, χαραζόσασταν
χάραζεχάραζαν, χαράζαν(ε)χαραζόταν(ε)χαράζονταν, χαραζόντανε, χαραζόντουσαν
Aoristχάραξαχαράξαμεχαράχτηκαχαραχτήκαμε
χάραξεςχαράξατεχαράχτηκεςχαραχτήκατε
χάραξεχάραξαν, χαράξαν(ε)χαράχτηκεχαράχτηκαν, χαραχτήκαν(ε)
Per
fekt
έχω χαράξει
έχω χαραγμένο
έχουμε χαράξει
έχουμε χαραγμένο
έχω χαραχτεί
είμαι χαραγμένος, -η
έχουμε χαραχτεί
είμαστε χαραγμένοι, -ες
έχεις χαράξει
έχεις χαραγμένο
έχετε χαράξει
έχετε χαραγμένο
έχεις χαραχτεί
είσαι χαραγμένος, -η
έχετε χαραχτεί
είστε χαραγμένοι, -ες
έχει χαράξει
έχει χαραγμένο
έχουν χαράξει
έχουν χαραγμένο
έχει χαραχτεί
είναι χαραγμένος, -η, -ο
έχουν χαραχτεί
είναι χαραγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fekt
είχα χαράξει
είχα χαραγμένο
είχαμε χαράξει
είχαμε χαραγμένο
είχα χαραχτεί
ήμουν χαραγμένος, -η
είχαμε χαραχτεί
ήμαστε χαραγμένοι, -ες
είχες χαράξει
είχες χαραγμένο
είχατε χαράξει
είχατε χαραγμένο
είχες χαραχτεί
ήσουν χαραγμένος, -η
είχατε χαραχτεί
ήσαστε χαραγμένοι, -ες
είχε χαράξει
είχε χαραγμένο
είχαν χαράξει
είχαν χαραγμένο
είχε χαραχτεί
ήταν χαραγμένος, -η, -ο
είχαν χαραχτεί
ήταν χαραγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα χαράζωθα χαράζουμε, θα χαράζομεθα χαράζομαιθα χαραζόμαστε
θα χαράζειςθα χαράζετεθα χαράζεσαιθα χαράζεστε, θα χαραζόσαστε
θα χαράζειθα χαράζουν(ε)θα χαράζεταιθα χαράζονται
Fut
ur
θα χαράξωθα χαράξουμε, θα χαράξομεθα χαραχτώθα χαραχτούμε
θα χαράξειςθα χαράξετεθα χαραχτείςθα χαραχτείτε
θα χαράξειθα χαράξουν(ε)θα χαραχτείθα χαραχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω χαράξει
θα έχω χαραγμένο
θα έχουμε χαράξει
θα έχουμε χαραγμένο
θα έχω χαραχτεί
θα είμαι χαραγμένος, -η
θα έχουμε χαραχτεί
θα είμαστε χαραγμένοι, -ες
θα έχεις χαράξει
θα έχεις χαραγμένο
θα έχετε χαράξει
θα έχετε χαραγμένο
θα έχεις χαραχτεί
θα είσαι χαραγμένος, -η
θα έχετε χαραχτεί
θα είστε χαραγμένοι, -ες
θα έχει χαράξει
θα έχει χαραγμένο
θα έχουν χαράξει
θα έχουν χαραγμένο
θα έχει χαραχτεί
θα είναι χαραγμένος, -η, -ο
θα έχουν χαραχτεί
θα είναι χαραγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να χαράζωνα χαράζουμε, να χαράζομενα χαράζομαινα χαραζόμαστε
να χαράζειςνα χαράζετενα χαράζεσαινα χαράζεστε, να χαραζόσαστε
να χαράζεινα χαράζουν(ε)να χαράζεταινα χαράζονται
Aoristνα χαράξωνα χαράξουμε, να χαράξομενα χαραχτώνα χαραχτούμε
να χαράξειςνα χαράξετενα χαραχτείςνα χαραχτείτε
να χαράξεινα χαράξουν(ε)να χαραχτείνα χαραχτούν(ε)
Perf να έχω χαράξει
να έχω χαραγμένο
να έχουμε χαράξει
να έχουμε χαραγμένο
να έχω χαραχτεί
να είμαι χαραγμένος, -η
να έχουμε χαραχτεί
να είμαστε χαραγμένοι, -ες
να έχεις χαράξει
να έχεις χαραγμένο
να έχετε χαράξει
να έχετε χαραγμένο
να έχεις χαραχτεί
να είσαι χαραγμένος, -η
να έχετε χαραχτεί
να είστε χαραγμένοι, -ες
να έχει χαράξει
να έχει χαραγμένο
να έχουν χαράξει
να έχουν χαραγμένο
να έχει χαραχτεί
να είναι χαραγμένος, -η, -ο
να έχουν χαραχτεί
να είναι χαραγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presχάραζεχαράζετεχαράζεστε
Aoristχάραξεχαράξτε, χαράχτεχαράξουχαραχτείτε
Part
izip
Presχαράζοντας
Perfέχοντας χαράξει, έχοντας χαραγμένοχαραγμένος, -η, -οχαραγμένοι, -ες, -α
InfinAoristχαράξειχαραχτεί











Griechische Definition zu χαράζω

χαράζω [xarázo] -ομαι : I1α.κάνω εγκοπές με αιχμηρό όργανο επάνω σε μια σκληρή επιφάνεια: χαράζω τα κάστανα με το μαχαίρι. χαράζω το τζάμι με διαμάντι. χαράζω τον κορμό του πεύκου για να τρέξει ρετσίνι. Tης χάραξε το πρόσωπο με σουγιά, της το έσκισε. || Tο πρόσωπό του είναι χαραγμένο από βαθιές ρυτίδες. || (προφ.) κτ. χαράζει, χαράζεται εύκολα. β. (ειδικότ.) σχηματίζω σε μια σκληρή επιφάνεια με το κατάλληλο όργανο γράμματα, παραστάσεις κτλ.· σκαλίζω3: Πάνω στο μάρμαρο ήταν χαραγμένη μια επιγραφή. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback