φωνάζω  Verb  [fonazo, fwnazw]

Ähnliche Bedeutung wie φωνάζω


Beispielsätze φωνάζω

... Τον φωνάζω Μάικ. ...

Quelle: musiclover


Beispielsätze brüllen

... Du wirst brüllen vor Lachen, wenn du diesen Witz hörst. ...

... Leo fing zu brüllen an, als er zwei Jahre alt war. ...

... Hast du den Löwen brüllen gehört? ...

Quelle: Tamy, raggione, raggione

Grammatik


ΦΩΝΑΖΩ
I shout
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
φωνάζωφωνάζουμε, φωνάζομε
φωνάζειςφωνάζετε
φωνάζειφωνάζουν(ε)
Imper
fekt
φώναζαφωνάζαμε
φώναζεςφωνάζατε
φώναζεφώναζαν, φωνάζαν(ε)
Aoristφώναξαφωνάξαμε
φώναξεςφωνάξατε
φώναξεφώναξαν, φωνάξαν(ε)
Per
fect
έχω φωνάξειέχουμε φωνάξει
έχεις φωνάξειέχετε φωνάξει
έχει φωνάξειέχουν φωνάξει
Plu
per
fect
είχα φωνάξειείχαμε φωνάξει
είχες φωνάξειείχατε φωνάξει
είχε φωνάξειείχαν φωνάξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα φωνάζωθα φωνάζουμε, θα φωνάζομε
θα φωνάζειςθα φωνάζετε
θα φωνάζειθα φωνάζουν(ε)
Fut
ur
θα φωνάξωθα φωνάξουμε, θα φωνάξομε
θα φωνάξειςθα φωνάξετε
θα φωνάξειθα φωνάξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω φωνάξειθα έχουμε φωνάξει
θα έχεις φωνάξειθα έχετε φωνάξει
θα έχει φωνάξειθα έχουν φωνάξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να φωνάζωνα φωνάζουμε, να φωνάζομε
να φωνάζειςνα φωνάζετε
να φωνάζεινα φωνάζουν(ε)
Aoristνα φωνάξωνα φωνάξουμε, να φωνάξομε
να φωνάξειςνα φωνάξετε
να φωνάξεινα φωνάξουν(ε)
Perfνα έχω φωνάξεινα έχουμε φωνάξει
να έχεις φωνάξεινα έχετε φωνάξει
να έχει φωνάξεινα έχουν φωνάξει
Imper
ativ
Presφώναζεφωνάζετε
Aoristφώναξεφωνάξτε, φωνάχτε
Part
izip
Presφωνάζοντας
Perfέχοντας φωνάξει
InfinAoristφωνάξει







Person Wortform
Präsens ich rufe
du rufst
er, sie, es ruft
Präteritum ich rief
Konjunktiv II ich riefe
Imperativ Singular rufe!
ruf!
Plural ruft!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gerufen haben
Alle weiteren Formen: Flexion:rufen



Person Wortform
Präsens ich keife
du keifst
er, sie, es keift
Präteritum ich keifte
Konjunktiv II ich keifte
Imperativ Singular keif!
keife!
Plural keift!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gekeift haben
Alle weiteren Formen: Flexion:keifen





Person Wortform
Präsens ich johle
du johlst
er, sie, es johlt
Präteritum ich johlte
Konjunktiv II ich johlte
Imperativ Singular johl!
johle!
Plural johlt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gejohlt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:johlen




Griechische Definition zu φωνάζω

φωνάζω [fonázo] .2α : 1. μιλώ δυνατά, λέω κτ. με δυνατή φωνή· κραυγά ζω: Mη φωνάζεις, γιατί κοιμούνται τα παιδιά. Δεν μπορείς να μιλήσεις χωρίς να φωνάζεις; Στη διαδήλωση φωνάζουν διάφορα συνθήματα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu φωνάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15