υπερβάλλω  Verb  [ipervallo, yperballw]

Ähnliche Bedeutung wie υπερβάλλω

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu υπερβάλλω

υπερβάλλων -ουσα -ον


Beispielsätze υπερβάλλω

... ανθρώπινη συμπεριφορά των αντιπάλων τους. Στη Λα Πας οι φήμες οργίαζαν υπερβάλλοντας κατά πολύ την πραγματικότητα και ο βολιβιανός Τύπος έκανε λόγο για εισβολή ...

... και προσωπικές απόψεις, ιδιαίτερα όσον αφορά τον Μέγα Κωνσταντίνο, που υπερβάλλουν χωρίς να διαστρεβλώνουν την ιστορική αλήθεια. Αυτό δεν σημαίνει, πάντως ...

... του πραγματικού. Τα σχήματα της Ινδίας και της Σκωτίας δεν είναι σωστά. Υπερβάλλει επίσης ως προς την απόσταση της θάλασσας Αζόφ από τη Βαλτική. Τα ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze übertreiben

... Jetzt übertreiben Sie ein klein wenig. ...

... Erzählen Sie alles, woran Sie sich erinnern können, doch fügen Sie nichts hinzu, noch übertreiben Sie! ...

... Mir scheint, wir übertreiben jetzt. ...

Quelle: al_ex_an_der, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΥΠΕΡΒΑΛΛΩ
I exaggerate
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υπερβάλλωυπερβάλλουμε, υπερβάλλομε
υπερβάλλειςυπερβάλλετε
υπερβάλλειυπερβάλλουν(ε)
Imper
fekt
υπερέβαλλαυπερβάλλαμε
υπερέβαλλεςυπερβάλλατε
υπερέβαλλευπερέβαλλαν, υπερβάλλαν(ε)
Aoristυπερέβαλαυπερβάλαμε
υπερέβαλεςυπερβάλατε
υπερέβαλευπερέβαλαν, υπερβάλαν(ε)
Per
fect
έχω υπερβάλειέχουμε υπερβάλει
έχεις υπερβάλειέχετε υπερβάλει
έχει υπερβάλειέχουν υπερβάλει
Plu
per
fect
είχα υπερβάλειείχαμε υπερβάλει
είχες υπερβάλειείχατε υπερβάλει
είχε υπερβάλειείχαν υπερβάλει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υπερβάλλωθα υπερβάλλουμε, θα υπερβάλλομε
θα υπερβάλλειςθα υπερβάλλετε
θα υπερβάλλειθα υπερβάλλουν(ε)
Fut
ur
θα υπερβάλωθα υπερβάλουμε, θα υπερβάλομε
θα υπερβάλειςθα υπερβάλετε
θα υπερβάλειθα υπερβάλουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υπερβάλειθα έχουμε υπερβάλει
θα έχεις υπερβάλειθα έχετε υπερβάλει
θα έχει υπερβάλειθα έχουν υπερβάλει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υπερβάλλωνα υπερβάλλουμε, να υπερβάλλομε
να υπερβάλλειςνα υπερβάλλετε
να υπερβάλλεινα υπερβάλλουνε
Aoristνα υπερβάλωνα υπερβάλουμε
να υπερβάλειςνα υπερβάλετε
να υπερβάλεινα υπερβάλουν(ε)
Perfνα έχω υπερβάλεινα έχουμε υπερβάλει
να έχεις υπερβάλεινα έχετε υπερβάλει
να έχει υπερβάλεινα έχουν υπερβάλει
Imper
ativ
Presυπέρβαλλευπερβάλλετε
Aoristυπέρβαλευπερβάλετε
Part
izip
Presυπερβάλλοντας
Perfέχοντας υπερβάλει
InfinAoristυπερβάλει






Griechische Definition zu υπερβάλλω

υπερβάλλω [iperválo] Ρ πρτ. υπερέβαλλα, αόρ. υπερέβα λα, απαρέμφ. υπερβάλει : εμφανίζω, παρουσιάζω κτ. με τρόπο υπερβολικό· μεγαλοποιώ: Έχει την τάση να υπερβάλλει. Δεν υπερβάλλω καθόλου όταν λέω ότι… Έλα, καϋμένε, μην υπερβάλλεις. || (λόγ.): Yπερβάλλει τους ενδεχόμενους κινδύνους.

[λόγ. < αρχ. ὑπερβάλλω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu υπερβάλλω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15