υπερβάλλω Verb  [ipervallo, yperballw]

  Verb
(7)
  Verb
(0)

Etymologie zu υπερβάλλω

υπερβάλλω altgriechisch ὑπερβάλλω ὑπέρ + βάλλω


GriechischDeutsch
Τώρα, αν νομίζετε ότι υπερβάλλω σ' αυτό, το μόνο που πρέπει να κάνετε είναι να το αντικαταστήσετε με κάτι άλλο, όπως τον Ινδονήσιο.Wenn Sie jetzt glauben ich würde übertreiben dann ersetzten sie das Wort Niederländer doch mit Indonesier.

Übersetzung nicht bestätigt

Δεν μου αρέσει να υπερβάλλω και δεν θέλω να ακουστεί ως εντυπωσιακό αλλά είναι αληθές.Ich will das nicht übertreiben und es soll auch nicht sensationell klingen, aber ich denke es stimmt.

Übersetzung nicht bestätigt



Grammatik

Grammatik zu υπερβάλλω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
υπερβάλλωυπερβάλλουμε, υπερβάλλομε
υπερβάλλειςυπερβάλλετε
υπερβάλλειυπερβάλλουν(ε)
Imper
fekt
υπερέβαλλαυπερβάλλαμε
υπερέβαλλεςυπερβάλλατε
υπερέβαλλευπερέβαλλαν, υπερβάλλαν(ε)
Aoristυπερέβαλαυπερβάλαμε
υπερέβαλεςυπερβάλατε
υπερέβαλευπερέβαλαν, υπερβάλαν(ε)
Per
fekt
έχω υπερβάλειέχουμε υπερβάλει
έχεις υπερβάλειέχετε υπερβάλει
έχει υπερβάλειέχουν υπερβάλει
Plu
per
fekt
είχα υπερβάλειείχαμε υπερβάλει
είχες υπερβάλειείχατε υπερβάλει
είχε υπερβάλειείχαν υπερβάλει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα υπερβάλλωθα υπερβάλλουμε, θα υπερβάλλομε
θα υπερβάλλειςθα υπερβάλλετε
θα υπερβάλλειθα υπερβάλλουν(ε)
Fut
ur
θα υπερβάλωθα υπερβάλουμε, θα υπερβάλομε
θα υπερβάλειςθα υπερβάλετε
θα υπερβάλειθα υπερβάλουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω υπερβάλειθα έχουμε υπερβάλει
θα έχεις υπερβάλειθα έχετε υπερβάλει
θα έχει υπερβάλειθα έχουν υπερβάλει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να υπερβάλλωνα υπερβάλλουμε, να υπερβάλλομε
να υπερβάλλειςνα υπερβάλλετε
να υπερβάλλεινα υπερβάλλουνε
Aoristνα υπερβάλωνα υπερβάλουμε
να υπερβάλειςνα υπερβάλετε
να υπερβάλεινα υπερβάλουν(ε)
Perfνα έχω υπερβάλεινα έχουμε υπερβάλει
να έχεις υπερβάλεινα έχετε υπερβάλει
να έχει υπερβάλεινα έχουν υπερβάλει
Imper
ativ
Presυπέρβαλλευπερβάλλετε
Aoristυπέρβαλευπερβάλετε
Part
izip
Presυπερβάλλοντας
Perfέχοντας υπερβάλει
InfinAoristυπερβάλει







Griechische Definition zu υπερβάλλω

υπερβάλλω [iperválo] Ρ πρτ. υπερέβαλλα, αόρ. υπερέβα λα, απαρέμφ. υπερβάλει : εμφανίζω, παρουσιάζω κτ. με τρόπο υπερβολικό· μεγαλοποιώ: Έχει την τάση να υπερβάλλει. Δεν υπερβάλλω καθόλου όταν λέω ότι… Έλα, καϋμένε, μην υπερβάλλεις. || (λόγ.): Yπερβάλλει τους ενδεχόμενους κινδύνους.

[λόγ. < αρχ. ὑπερβάλλω]
[...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback