τρυπώ  Verb  [tripo, trypw]

Ähnliche Bedeutung wie τρυπώ

Noch keine Synonyme

Ähnliche Wörter zu τρυπώ

τρυπώνω

τρύπωμα


Beispielsätze τρυπώ

... Μαύρη τρύπα (ή μελανή οπή, αγγλικά: black hole) ονομάζεται το σημείο του χωροχρόνου, στο οποίο οι βαρυτικές δυνάμεις είναι τόσο μεγάλες, ώστε τίποτε -ούτε ...

... 850000 Οι Τρύπες είναι ένα χωριό της Χίου. Ανήκει στο δήμο Χίου. Μαζί με την Έζουσα αποτελούν το Δημοτικό διαμέρισμα Τρυπών. Οι Τρύπες απέχουν 57 ...

... Λευκή τρύπα (εναλλακτικά: λευκή οπή), σύμφωνα με τη γενική θεωρία της Σχετικότητας, ονομάζεται η υποθετική περιοχή του χωροχρόνου, στην οποία δεν γίνεται ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze lochen

... Die Aufnahme ist beendet, wenn der Spieler in einem Stoß keine Kugel regelgerecht lochen konnte. In den 1840er Jahren wurde das Billardspiel in den ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΤΡΥΠΩ
I pierce
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τρυπάω, τρυπώτρυπάμε, τρυπούμετρυπιέμαιτρυπιόμαστε
τρυπάςτρυπάτετρυπιέσαιτρυπιέστε, τρυπιόσαστε
τρυπάει, τρυπάτρυπάν(ε), τρυπούν(ε)τρυπιέταιτρυπιούνται, τρυπιόνται
Imper
fekt
τρυπούσα, τρύπαγατρυπούσαμε, τρυπάγαμετρυπιόμουν(α)τρυπιόμαστε, τρυπιόμασταν
τρυπούσες, τρύπαγεςτρυπούσατε, τρυπάγατετρυπιόσουν(α)τρυπιόσαστε, τρυπιόσασταν
τρυπούσε, τρύπαγετρυπούσαν(ε), τρύπαγαν, τρυπάγανετρυπιόταν(ε)τρυπιόνταν(ε), τρυπιούνταν, τρυπιόντουσαν
Aoristτρύπησατρυπήσαμετρυπήθηκατρυπηθήκαμε
τρύπησεςτρυπήσατετρυπήθηκεςτρυπηθήκατε
τρύπησετρύπησαν, τρυπήσαν(ε)τρυπήθηκετρυπήθηκαν, τρυπηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω τρυπήσει
έχω τρυπημένο
έχουμε τρυπήσει
έχουμε τρυπημένο
έχω τρυπηθεί
είμαι τρυπημένος, -η
έχουμε τρυπηθεί
είμαστε τρυπημένοι, -ες
έχεις τρυπήσει
έχεις τρυπημένο
έχετε τρυπήσει
έχετε τρυπημένο
έχεις τρυπηθεί
είσαι τρυπημένος, -η
έχετε τρυπηθεί
είστε τρυπημένοι, -ες
έχει τρυπήσει
έχει τρυπημένο
έχουν τρυπήσει
έχουν τρυπημένο
έχει τρυπηθεί
είναι τρυπημένος, -η, -ο
έχουν τρυπηθεί
είναι τρυπημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα τρυπήσει
είχα τρυπημένο
είχαμε τρυπήσει
είχαμε τρυπημένο
είχα τρυπηθεί
ήμουν τρυπημένος, -η
είχαμε τρυπηθεί
ήμαστε τρυπημένοι, -ες
είχες τρυπήσει
είχες τρυπημένο
είχατε τρυπήσει
είχατε τρυπημένο
είχες τρυπηθεί
ήσουν τρυπημένος, -η
είχατε τρυπηθεί
ήσαστε τρυπημένοι, -ες
είχε τρυπήσει
είχε τρυπημένο
είχαν τρυπήσει
είχαν τρυπημένο
είχε τρυπηθεί
ήταν τρυπημένος, -η, -ο
είχαν τρυπηθεί
ήταν τρυπημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τρυπάω, θα τρυπώθα τρυπάμε, θα τρυπούμεθα τρυπιέμαιθα τρυπιόμαστε
θα τρυπάςθα τρυπάτεθα τρυπιέσαιθα τρυπιέστε, θα τρυπιόσαστε
θα τρυπάει, θα τρυπάθα τρυπάν(ε), θα τρυπούν(ε)θα τρυπιέταιθα τρυπιούνται, θα τρυπιόνται
Fut
ur
θα τρυπήσωθα τρυπήσουμε, θα τρυπήσομεθα τρυπηθώθα τρυπηθούμε
θα τρυπήσειςθα τρυπήσετεθα τρυπηθείςθα τρυπηθείτε
θα τρυπήσειθα τρυπήσουν(ε)θα τρυπηθείθα τρυπηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τρυπήσει
θα έχω τρυπημένο
θα έχουμε τρυπήσει
θα έχουμε τρυπημένο
θα έχω τρυπηθεί
θα είμαι τρυπημένος, -η
θα έχουμε τρυπηθεί
θα είμαστε τρυπημένοι, -ες
θα έχεις τρυπήσει
θα έχεις τρυπημένο
θα έχετε τρυπήσει
θα έχετε τρυπημένο
θα έχεις τρυπηθεί
θα είσαι τρυπημένος, -η
θα έχετε τρυπηθεί
θα είστε τρυπημένοι, -ες
θα έχει τρυπήσει
θα έχει τρυπημένο
θα έχουν τρυπήσει
θα έχουν τρυπημένο
θα έχει τρυπηθεί
θα είναι τρυπημένος, -η, -ο
θα έχουν τρυπηθεί
θα είναι τρυπημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τρυπάω, να τρυπώνα τρυπάμε, να τρυπούμενα τρυπιέμαινα τρυπιόμαστε
να τρυπάςνα τρυπάτενα τρυπιέσαινα τρυπιέστε, να τρυπιόσαστε
να τρυπάει, να τρυπάνα τρυπάν(ε), να τρυπούν(ε)να τρυπιέταινα τρυπιούνται, να τρυπιόνται
Aoristνα τρυπήσωνα τρυπήσουμε, να τρυπήσομενα τρυπηθώνα τρυπηθούμε
να τρυπήσειςνα τρυπήσετενα τρυπηθείςνα τρυπηθείτε
να τρυπήσεινα τρυπήσουν(ε)να τρυπηθείνα τρυπηθούν(ε)
Perfνα έχω τρυπήσει
να έχω τρυπημένο
να έχουμε τρυπήσει
να έχουμε τρυπημένο
να έχω τρυπηθεί
να είμαι τρυπημένος, -η
να έχουμε τρυπηθεί
να είμαστε τρυπημένοι, -ες
να έχεις τρυπήσει
να έχεις τρυπημένο
να έχετε τρυπήσει
να έχετε τρυπημένο
να έχεις τρυπηθεί
να είσαι τρυπημένος, -η
να έχετε τρυπηθεί
να είστε τρυπημένοι, -η
να έχει τρυπήσει
να έχει τρυπημένο
να έχουν τρυπήσει
να έχουν τρυπημένο
να έχει τρυπηθεί
να είναι τρυπημένος, -η, -ο
να έχουν τρυπηθεί
να είναι τρυπημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presτρύπα, τρύπαγετρυπάτετρυπιέστε
Aoristτρύπησε, τρύπατρυπήστετρυπήσουτρυπηθείτε
Part
izip
Presτρυπώντας
Perfέχοντας τρυπήσει, έχοντας τρυπημένοτρυπημένος, -η, -οτρυπημένοι, -ες, -α
InfinAoristτρυπήσειτρυπηθεί



Person Wortform
Präsens ich loche
du lochst
er, sie, es locht
Präteritum ich lochte
Konjunktiv II ich lochte
Imperativ Singular loch!
loche!
Plural locht!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gelocht haben
Alle weiteren Formen: Flexion:lochen



Person Wortform
Präsens ich bohre
du bohrst
er, sie, es bohrt
Präteritum ich bohrte
Konjunktiv II ich bohrte
Imperativ Singular bohr!
Plural bohrt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
gebohrt haben
Alle weiteren Formen: Flexion:bohren


Griechische Definition zu τρυπώ

τρυπώ [tripó] & -άω, -ιέμαι : 1α. ανοίγω τρύπα, συνήθ. με το κατάλληλο όργανο: τρυπώ τον τοίχο για να περάσω το καλώδιο. Tρύπησαν το βουνό για να περάσει το τρένο. Tο μέταλλο δεν τρυπιέται εύκολα. Tρύπησε τα αυτιά της για να βάλει σκουλαρίκια. ΦΡ να μου τρυπήσεις τη μύτη*… || για κτ. στο οποίο ανοίγουν τρύπα: Tο σίδερο τρυπάει δύσκολα. β. κάνω τρύπες σε κτ. από την πολλή ή την κακή χρήση· φθείρω: Πρόσεχε μην τρυπήσεις τα παπούτσια σου. || για κτ. που αποκτά τρύπες: Tρύπησε το παντελόνι / ο τενεκές. Tρύπησαν τα λάστιχα του αυτοκινήτου. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τρυπώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15