τρομάζω  Verb  [tromazo, tromazw]

Ähnliche Bedeutung wie τρομάζω


Beispielsätze τρομάζω

... ανδρεία του Κανάρη Και με του Βότση την ψυχή Τον δυστυχή εχθρό εγώ τρομάζω Και δε τολμά να κινηθεί Άγιε Νικόλα μας βοήθα Ο Στόλος ...

... Η Έμπουσα αναφέρεται από τον Αριστοφάνη (στην κωμωδία Βάτραχοι, όπου τρομάζει τον Διόνυσο και τον Ξανθία στο δρόμο προς τον Κάτω Κόσμο) και από άλλους ...

... σε γυναίκα, τη Γλαύκη, που βγάζοντας από τα κύματα το άσπρο της κεφάλι τρομάζει τους ναύτες, ή σε Σειρήνα που κρατά στα χέρια της δύο νεαρούς. Κατά μία ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze aufschrecken

... Als positiv kann man das Ergebnis auch dann werten, wenn die Probanden aufschrecken, da das Bild einen täuschend echten Eindruck hinterlässt, oder wenn sie ...

... Flügelflecken. Dieses Verhalten dient entweder der Revierverteidigung oder dem Aufschrecken von Beutetieren. Der Vogel gilt als furchtlos und aggressiv. Er verteidigt ...

... zwischen wenigen Minuten und einer halben Stunde und endet meist mit Aufschrecken, wonach man sich in der Regel sofort der Wachheit bewusst und räumliche ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΤΡΟΜΑΖΩ
I frighten
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τρομάζωτρομάζουμε, τρομάζομε
τρομάζειςτρομάζετε
τρομάζειτρομάζουν(ε)
Imper
fekt
τρόμαζατρομάζαμε
τρόμαζεςτρομάζατε
τρόμαζετρόμαζαν, τρομάζαν(ε)
Aoristτρόμαξατρομάξαμε
τρόμαξεςτρομάξατε
τρόμαξετρόμαξαν, τρομάξαν(ε)
Per
fect
έχω τρομάξει
έχω τρομαγμένο
έχουμε τρομάξει
έχουμε τρομαγμένο
έχεις τρομάξει
έχεις τρομαγμένο
έχετε τρομάξει
έχετε τρομαγμένο
έχει τρομάξει
έχει τρομαγμένο
έχουν τρομάξει
έχουν τρομαγμένο
Plu
per
fect
είχα τρομάξει
είχα τρομαγμένο
είχαμε τρομάξει
είχαμε τρομαγμένο
είχες τρομάξει
είχες τρομαγμένο
είχατε τρομάξει
είχατε τρομαγμένο
είχε τρομάξει
είχε τρομαγμένο
είχαν τρομάξει
είχαν τρομαγμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τρομάζωθα τρομάζουμε, θα τρομάζομε
θα τρομάζειςθα τρομάζετε
θα τρομάζειθα τρομάζουν(ε)
Fut
ur
θα τρομάξωθα τρομάξουμε, θα τρομάξομε
θα τρομάξειςθα τρομάξετε
θα τρομάξειθα τρομάξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τρομάξει
θα έχω τρομαγμένο
θα έχουμε τρομάξει
θα έχουμε τρομαγμένο
θα έχεις τρομάξει
θα έχεις τρομαγμένο
θα έχετε τρομάξει
θα έχετε τρομαγμένο
θα έχει τρομάξει
θα έχει τρομαγμένο
θα έχουν τρομάξει
θα έχουν τρομαγμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τρομάζωνα τρομάζουμε, να τρομάζομε
να τρομάζειςνα τρομάζετε
να τρομάζεινα τρομάζουν(ε)
Aoristνα τρομάξωνα τρομάξουμε, να τρομάξομε
να τρομάξειςνα τρομάξετε
να τρομάξεινα τρομάξουν(ε)
Perf να έχω τρομάξει
να έχω τρομαγμένο
να έχουμε τρομάξει
να έχουμε τρομαγμένο
να έχεις τρομάξει
να έχεις τρομαγμένο
να έχετε τρομάξει
να έχετε τρομαγμένο
να έχει τρομάξει
να έχει τρομαγμένο
να έχουν τρομάξει
να έχουν τρομαγμένο
Imper
ativ
Presτρόμαζετρομάζετε
Aoristτρόμαξετρομάξτε, τρομάχτε
Part
izip
Presτρομάζοντας
Perfέχοντας τρομάξει, έχοντας τρομαγμένο
InfinAoristτρομάξει






Griechische Definition zu τρομάζω

τρομάζω [tromázo] .2α μππ. τρομαγμένος* : 1α. αισθάνομαι τρόμο, ξαφνικό και μεγάλο φόβο: Tρόμαξε όταν είδε το φορτηγό να έρχεται μπροστά του. Είναι τόσο άσχημος που τρομάζεις όταν τον βλέπεις. || Δε σε άκουσα που μπήκες και τρόμαξα που σε είδα, ξαφνιάστηκα. β. δημιουργώ σε κπ.: β1. τρόμο: Mε τρόμαξε ο σκύλος. Ο σεισμός μάς τρόμαξε όλους. Mε τρομάζει το σκοτάδι. β2. έντονες ανησυχίες: Mε τρομάζει η συμπεριφορά αυτού του παιδιού. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu τρομάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15