τρομάζω Verb  [tromazo, tromazw]

  Verb
(14)
(0)
  Verb
(0)
  Verb
(0)

Etymologie zu τρομάζω

τρομάζω mittelgriechisch τρομάζω τρόμαξα, αόριστος του τρομάσσω


GriechischDeutsch
Αλίμονο σ 'αυτόν που επιδιώκει να ευχαριστήσουν και όχι to τρομάζω!Wehe dem, der zu gefallen, anstatt sucht zu erschrecken!

Übersetzung nicht bestätigt


Griechische Synonyme
Noch keine Synonyme
Ähnliche Wörter
Noch keine ähnlichen Wörter

Grammatik

Grammatik zu τρομάζω

Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
τρομάζωτρομάζουμε, τρομάζομε
τρομάζειςτρομάζετε
τρομάζειτρομάζουν(ε)
Imper
fekt
τρόμαζατρομάζαμε
τρόμαζεςτρομάζατε
τρόμαζετρόμαζαν, τρομάζαν(ε)
Aoristτρόμαξατρομάξαμε
τρόμαξεςτρομάξατε
τρόμαξετρόμαξαν, τρομάξαν(ε)
Per
fekt
έχω τρομάξει
έχω τρομαγμένο
έχουμε τρομάξει
έχουμε τρομαγμένο
έχεις τρομάξει
έχεις τρομαγμένο
έχετε τρομάξει
έχετε τρομαγμένο
έχει τρομάξει
έχει τρομαγμένο
έχουν τρομάξει
έχουν τρομαγμένο
Plu
per
fekt
είχα τρομάξει
είχα τρομαγμένο
είχαμε τρομάξει
είχαμε τρομαγμένο
είχες τρομάξει
είχες τρομαγμένο
είχατε τρομάξει
είχατε τρομαγμένο
είχε τρομάξει
είχε τρομαγμένο
είχαν τρομάξει
είχαν τρομαγμένο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα τρομάζωθα τρομάζουμε, θα τρομάζομε
θα τρομάζειςθα τρομάζετε
θα τρομάζειθα τρομάζουν(ε)
Fut
ur
θα τρομάξωθα τρομάξουμε, θα τρομάξομε
θα τρομάξειςθα τρομάξετε
θα τρομάξειθα τρομάξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω τρομάξει
θα έχω τρομαγμένο
θα έχουμε τρομάξει
θα έχουμε τρομαγμένο
θα έχεις τρομάξει
θα έχεις τρομαγμένο
θα έχετε τρομάξει
θα έχετε τρομαγμένο
θα έχει τρομάξει
θα έχει τρομαγμένο
θα έχουν τρομάξει
θα έχουν τρομαγμένο
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να τρομάζωνα τρομάζουμε, να τρομάζομε
να τρομάζειςνα τρομάζετε
να τρομάζεινα τρομάζουν(ε)
Aoristνα τρομάξωνα τρομάξουμε, να τρομάξομε
να τρομάξειςνα τρομάξετε
να τρομάξεινα τρομάξουν(ε)
Perf να έχω τρομάξει
να έχω τρομαγμένο
να έχουμε τρομάξει
να έχουμε τρομαγμένο
να έχεις τρομάξει
να έχεις τρομαγμένο
να έχετε τρομάξει
να έχετε τρομαγμένο
να έχει τρομάξει
να έχει τρομαγμένο
να έχουν τρομάξει
να έχουν τρομαγμένο
Imper
ativ
Presτρόμαζετρομάζετε
Aoristτρόμαξετρομάξτε, τρομάχτε
Part
izip
Presτρομάζοντας
Perfέχοντας τρομάξει, έχοντας τρομαγμένο
InfinAoristτρομάξει









Griechische Definition zu τρομάζω

τρομάζω [tromázo] .2α μππ. τρομαγμένος* : 1α. αισθάνομαι τρόμο, ξαφνικό και μεγάλο φόβο: Tρόμαξε όταν είδε το φορτηγό να έρχεται μπροστά του. Είναι τόσο άσχημος που τρομάζεις όταν τον βλέπεις. || Δε σε άκουσα που μπήκες και τρόμαξα που σε είδα, ξαφνιάστηκα. β. δημιουργώ σε κπ.: β1. τρόμο: Mε τρόμαξε ο σκύλος. Ο σεισμός μάς τρόμαξε όλους. Mε τρομάζει το σκοτάδι. β2. έντονες ανησυχίες: Mε τρομάζει η συμπεριφορά αυτού του παιδιού. [...]

http://www.greek-language.gr

Griechisch lernen mit Greeklex


Verbkonjugation

Auf Greeklex.net findest du Konjugationen für über 800 griechische Verben. Öffne die Detailsicht für ein Wort und gehe zu Grammatik.

Rechtschreibprüfung

Mit dem Griechisch Rechtschreibprüfer kannst du einen griechischen Text auf Fehler untersuchen und die Korrekturen vorschlagen lassen.

Vorleser und Lautschrift

Lerne die griechische Schrift und die griechische Aussprache beliebiger Wörter mit dem Vorleser und dem Lautschrift-Tool.

Vokabeltrainer

Erweitere deine Wortschatz mit dem Vokabeltrainer. Füge eine Übersetzung deiner Vokabelliste hinzu um sie später zu üben.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback