σφάζω  Verb  [sfazo, sfazw]

Ähnliche Bedeutung wie σφάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze σφάζω

... τον αδερφό του Σμέρδι. Το 525 τερμάτισε την ανεξαρτησία των Αιγυπτίων , σφάζοντας ιερείς και 30.000 απλού λαού . Το 524 ο στρατός του συνεθλίβη από τους ...

... σε σχέση με την σύγχρονη δραματουργία. Και αυτό διότι υπέρ της πατρίδας σφάζεται ο Μενοικεύς γιος του Κρέοντα, ύστερα φονεύονται οι στρατηγοί ηγεμόνες των ...

... Ράινχαρντ Χάιντριχ. 1944 - Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος: γερμανικά στρατεύματα σφάζουν 642 άνδρες, γυναίκες και παιδιά στο Οραντούρ-συρ-Γκλαν της Γαλλίας. 1944 ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze schlachten

... Im Februar schlachten wir das fette Schwein. ...

... klingen der als brei und klumpen Den bruder sinken sah · der in der schandbar Zerwühlten erde hauste wie geziefer .. Der alte Gott der schlachten ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΦΑΖΩ
I slaughter
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
σφάζωσφάζουμε, σφάζομεσφάζομαισφαζόμαστε
σφάζειςσφάζετεσφάζεσαισφάζεστε, σφαζόσαστε
σφάζεισφάζουν(ε)σφάζεταισφάζονται
Imper
fekt
έσφαζασφάζαμεσφαζόμουν(α)σφαζόμαστε, σφαζόμασταν
έσφαζεςσφάζατεσφαζόσουν(α)σφαζόσαστε, σφαζόσασταν
έσφαζεέσφαζαν, σφάζαν(ε)σφαζόταν(ε)σφάζονταν, σφαζόντανε, σφαζόντουσαν
Aoristέσφαξασφάξαμεσφάχτηκασφαχτήκαμε
έσφαξεςσφάξατεσφάχτηκεςσφαχτήκατε
έσφαξεέσφαξαν, σφάξαν(ε)σφάχτηκεσφάχτηκαν, σφαχτήκαν(ε)
Per
fect
έχω σφάξει
έχω σφαγμένο
έχουμε σφάξει
έχουμε σφαγμένο
έχω σφαχτεί
είμαι σφαγμένος, -η
έχουμε σφαχτεί
είμαστε σφαγμένοι, -ες
έχεις σφάξει
έχεις σφαγμένο
έχετε σφάξει
έχετε σφαγμένο
έχεις σφαχτεί
είσαι σφαγμένος, -η
έχετε σφαχτεί
είστε σφαγμένοι, -ες
έχει σφάξει
έχει σφαγμένο
έχουν σφάξει
έχουν σφαγμένο
έχει σφαχτεί
είναι σφαγμένος, -η, -ο
έχουν σφαχτεί
είναι σφαγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα σφάξει
είχα σφαγμένο
είχαμε σφάξει
είχαμε σφαγμένο
είχα σφαχτεί
ήμουν σφαγμένος, -η
είχαμε σφαχτεί
ήμαστε σφαγμένοι, -ες
είχες σφάξει
είχες σφαγμένο
είχατε σφάξει
είχατε σφαγμένο
είχες σφαχτεί
ήσουν σφαγμένος, -η
είχατε σφαχτεί
ήσαστε σφαγμένοι, -ες
είχε σφάξει
είχε σφαγμένο
είχαν σφάξει
είχαν σφαγμένο
είχε σφαχτεί
ήταν σφαγμένος, -η, -ο
είχαν σφαχτεί
ήταν σφαγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα σφάζωθα σφάζουμε, θα σφάζομεθα σφάζομαιθα σφαζόμαστε
θα σφάζειςθα σφάζετεθα σφάζεσαιθα σφάζεστε, θα σφαζόσαστε
θα σφάζειθα σφάζουν(ε)θα σφάζεταιθα σφάζονται
Fut
ur
θα σφάξωθα σφάξουμε, θα σφάξομεθα σφαχτώθα σφαχτούμε
θα σφάξειςθα σφάξετεθα σφαχτείςθα σφαχτείτε
θα σφάξειθα σφάξουν(ε)θα σφαχτείθα σφαχτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω σφάξει
θα έχω σφαγμένο
θα έχουμε σφάξει
θα έχουμε σφαγμένο
θα έχω σφαχτεί
θα είμαι σφαγμένος, -η
θα έχουμε σφαχτεί
θα είμαστε σφαγμένοι, -ες
θα έχεις σφάξει
θα έχεις σφαγμένο
θα έχετε σφάξει
θα έχετε σφαγμένο
θα έχεις σφαχτεί
θα είσαι σφαγμένος, -η
θα έχετε σφαχτεί
θα είστε σφαγμένοι, -ες
θα έχει σφάξει
θα έχει σφαγμένο
θα έχουν σφάξει
θα έχουν σφαγμένο
θα έχει σφαχτεί
θα είναι σφαγμένος, -η, -ο
θα έχουν σφαχτεί
θα είναι σφαγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να σφάζωνα σφάζουμε, να σφάζομενα σφάζομαινα σφαζόμαστε
να σφάζειςνα σφάζετενα σφάζεσαινα σφάζεστε, να σφαζόσαστε
να σφάζεινα σφάζουν(ε)να σφάζεταινα σφάζονται
Aoristνα σφάξωνα σφάξουμε, να σφάξομενα σφαχτώνα σφαχτούμε
να σφάξειςνα σφάξετενα σφαχτείςνα σφαχτείτε
να σφάξεινα σφάξουν(ε)να σφαχτείνα σφαχτούν(ε)
Perf να έχω σφάξει
να έχω σφαγμένο
να έχουμε σφάξει
να έχουμε σφαγμένο
να έχω σφαχτεί
να είμαι σφαγμένος, -η
να έχουμε σφαχτεί
να είμαστε σφαγμένοι, -ες
να έχεις σφάξει
να έχεις σφαγμένο
να έχετε σφάξει
να έχετε σφαγμένο
να έχεις σφαχτεί
να είσαι σφαγμένος, -η
να έχετε σφαχτεί
να είστε σφαγμένοι, -ες
να έχει σφάξει
να έχει σφαγμένο
να έχουν σφάξει
να έχουν σφαγμένο
να έχει σφαχτεί
να είναι σφαγμένος, -η, -ο
να έχουν σφαχτεί
να είναι σφαγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσφάζεσφάζετεσφάζεστε
Aoristσφάξεσφάξτε, σφάχτεσφάξουσφαχτείτε
Part
izip
Presσφάζοντας
Perfέχοντας σφάξει, έχοντας σφαγμένοσφαγμένος, -η, -οσφαγμένοι, -ες, -α
InfinAoristσφάξεισφαχτεί






Griechische Definition zu σφάζω

σφάζω [sfázo] -ομαι : 1.α. σκοτώνω έναν άνθρωπο ή ένα ζώο κόβοντας το λαιμό του με το μαχαίρι: σφάζω το αρνί / την κότα. Οι αιχμάλωτοι βρέθηκαν σφαγμένοι. β. σκοτώνω χτυπώντας με μαχαίρι οποιοδήποτε μέρος του σώματος: Ο δολοφόνος έσφαξε το θύμα του με δέκα μαχαιριές. Φωνάζει σαν να τον σφάζουν, δυνατά και άγρια. γ. (οικ.) για πολύ δυνατό πόνο: Ένιωσε έναν πόνο να του σφάζει τα πλευρά. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu σφάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15