συνδυάζω  Verb  [sindiazo, sinthiazo, syndyazw]

Ähnliche Bedeutung wie συνδυάζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συνδυάζω

... πλήρους μεγέθους. Ένα νέο ευπροσάρμοστο σώμα, οι cohortes equitatae, που συνδύαζαν ιππείς και πεζούς σε έναν κοινό σχηματισμό μπορούσαν να εγκατασταθούν ...

... παρενέργειες οφειλόμενες αποκλειστικά σε αυτά (οι οποίες πολλές φορές συνδυάζονται με τις παρενέργειες που προκαλεί η χρόνια HIV λοίμωξη). Ο ιός και η νόσος ...

... μέταλλα. Αυτό είναι και το πιο δύσκολο κομμάτι της όλης διαδικασία και συνδυάζει χημικές μεθόδους, αποστάξεις και τεχνικές ανταλλαγής ιόντων. Η βασική ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze verbinden

... Wir verbinden die Farbe Schwarz oft mit Tod. ...

... Wir verbinden Ägypten mit dem Nil. ...

... Bitte verbinden Sie mich mit Herrn Smith. ...

Quelle: Wolf, Wolf, xtofu80

Grammatik


ΣΥΝΔΥΑΖΩ
I join
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συνδυάζωσυνδυάζουμε, συνδυάζομεσυνδυάζομαισυνδυαζόμαστε
συνδυάζειςσυνδυάζετεσυνδυάζεσαισυνδυάζεστε, συνδυαζόσαστε
συνδυάζεισυνδυάζουν(ε)συνδυάζεταισυνδυάζονται
Imper
fekt
συνδύαζασυνδυάζαμεσυνδυαζόμουν(α)συνδυαζόμαστε, συνδυαζόμασταν
συνδύαζεςσυνδυάζατεσυνδυαζόσουν(α)συνδυαζόσαστε, συνδυαζόσασταν
συνδύαζεσυνδύαζαν, συνδυάζαν(ε)συνδυαζόταν(ε)συνδυάζονταν, συνδυαζόντανε, συνδυαζόντουσαν
Aoristσυνδύασασυνδυάσαμεσυνδυάστηκασυνδυαστήκαμε
συνδύασεςσυνδυάσατεσυνδυάστηκεςσυνδυαστήκατε
συνδύασεσυνδύασαν, συνδυάσαν(ε)συνδυάστηκεσυνδυάστηκαν, συνδυαστήκαν(ε)
Per
fect
έχω συνδυάσει
έχω συνδυασμένο
έχουμε συνδυάσει
έχουμε συνδυασμένο
έχω συνδυαστεί
είμαι συνδυασμένος, -η
έχουμε συνδυαστεί
είμαστε συνδυασμένοι, -ες
έχεις συνδυάσει
έχεις συνδυασμένο
έχετε συνδυάσει
έχετε συνδυασμένο
έχεις συνδυαστεί
είσαι συνδυασμένος, -η
έχετε συνδυαστεί
είστε συνδυασμένοι, -ες
έχει συνδυάσει
έχει συνδυασμένο
έχουν συνδυάσει
έχουν συνδυασμένο
έχει συνδυαστεί
είναι συνδυασμένος, -η, -ο
έχουν συνδυαστεί
είναι συνδυασμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα συνδυάσει
είχα συνδυασμένο
είχαμε συνδυάσει
είχαμε παρουσισμένο
είχα συνδυαστεί
ήμουν συνδυασμένος, -η
είχαμε συνδυαστεί
ήμαστε συνδυασμένοι, -ες
είχες συνδυάσει
είχες συνδυασμένο
είχατε συνδυάσει
είχατε συνδυασμένο
είχες συνδυαστεί
ήσουν συνδυασμένος, -η
είχατε συνδυαστεί
ήσαστε συνδυασμένοι, -ες
είχε συνδυάσει
είχε συνδυασμένο
είχαν συνδυάσει
είχαν συνδυασμένο
είχε συνδυαστεί
ήταν συνδυασμένος, -η, -ο
είχαν συνδυαστεί
ήταν συνδυασμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συνδυάζωθα συνδυάζουμε, θα συνδυάζομεθα συνδυάζομαιθα συνδυαζόμαστε
θα συνδυάζειςθα συνδυάζετεθα συνδυάζεσαιθα συνδυάζεστε, θα συνδυαζόσαστε
θα συνδυάζειθα συνδυάζουν(ε)θα συνδυάζεταιθα συνδυάζονται
Fut
ur
θα συνδυάσωθα συνδυάσουμε, θα συνδυάζομεθα συνδυαστώθα συνδυαστούμε
θα συνδυάσειςθα συνδυάσετεθα συνδυαστείςθα συνδυαστείτε
θα συνδυάσειθα συνδυάσουν(ε)θα συνδυαστείθα συνδυαστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συνδυάσει
θα έχω συνδυασμένο
θα έχουμε συνδυάσει
θα έχουμε συνδυασμένο
θα έχω συνδυαστεί
θα είμαι συνδυασμένος, -η
θα έχουμε συνδυαστεί
θα είμαστε συνδυασμένοι, -ες
θα έχεις συνδυάσει
θα έχεις συνδυασμένο
θα έχετε συνδυάσει
θα έχετε συνδυασμένο
θα έχεις συνδυαστεί
θα είσαι συνδυασμένος, -η
θα έχετε συνδυαστεί
θα είστε συνδυασμένοι, -ες
θα έχει συνδυάσει
θα έχει συνδυασμένο
θα έχουν συνδυάσει
θα έχουν συνδυασμένο
θα έχει συνδυαστεί
θα είναι συνδυασμένος, -η, -ο
θα έχουν συνδυαστεί
θα είναι συνδυασμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συνδυάζωνα συνδυάζουμε, να συνδυάζομενα συνδυάζομαινα συνδυαζόμαστε
να συνδυάζειςνα συνδυάζετενα συνδυάζεσαινα συνδυάζεστε, να συνδυαζόσαστε
να συνδυάζεινα συνδυάζουν(ε)να συνδυάζεταινα συνδυάζονται
Aoristνα συνδυάσωνα συνδυάσουμε, να συνδυάσομενα συνδυαστώνα συνδυαστούμε
να συνδυάσειςνα συνδυάσετενα συνδυαστείςνα συνδυαστείτε
να συνδυάσεινα συνδυάσουν(ε)να συνδυαστείνα συνδυαστούν(ε)
Perfνα έχω συνδυάσει
να έχω συνδυασμένο
να έχουμε συνδυάσει
να έχουμε συνδυασμένο
να έχω συνδυαστεί
να είμαι συνδυασμένος, -η
να έχουμε συνδυαστεί
να είμαστε συνδυασμένοι, -ες
να έχεις συνδυάσει
να έχεις συνδυασμένο
να έχετε συνδυάσει
να έχετε συνδυασμένο
να έχεις συνδυαστεί
να είσαι συνδυασμένος, -η
να έχετε συνδυαστεί
να είστε συνδυασμένοι, -ες
να έχει συνδυάσει
να έχει συνδυασμένο
να έχουν συνδυάσει
να έχουν συνδυασμένο
να έχει συνδυαστεί
να είναι συνδυασμένος, -η, -ο
να έχουν συνδυαστεί
να είναι συνδυασμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσυνδύαζεσυνδυάζετεσυνδυάζεστε
Aoristσυνδύασεσυνδυάστεσυνδυάσουσυνδυαστείτε
Part
izip
Presσυνδυάζονταςσυνδυαζόμενος
Perfέχοντας συνδυάσει, έχοντας συνδυασμένοσυνδυασμένος, -η, -οσυνδυασμένοι, -ες, -α
InfinAoristσυνδυάσεισυνδυαστεί






Griechische Definition zu συνδυάζω

συνδυάζω [sinδiázo] -ομαι : 1α.δημιουργώ τις προϋποθέσεις για να συνυπάρξουν στοιχεία που θεωρούνται αντίθετα: Οι εκπαιδευτικές εκδρομές συνδυάζουν τη μόρφωση με την ψυχαγωγία. (λόγ. έκφρ.) συνδυάζω το τερπνό(ν)* μετά του ωφελίμου. β. διαθέτω δύο ή περισσότερα στοιχεία ή ιδιότητες, συνήθ. ανόμοια: Nησί που συνδυάζει βουνό και θάλασσα. Aυ τό το παιδί συνδυάζει μεγάλη ευφυΐα και ασυνήθιστη εργατικότητα. γ. τοποθετώ μαζί στοιχεία που μπορούν να αποτελέσουν ένα αρμονικό σύνολο: Tο άσπρο συνδυάζεται με όλα τα χρώματα. Θα συνδυάσω τις κουρτίνες με την ταπετσαρία των επίπλων. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συνδυάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15