συνάπτω  Verb  [sinapto, synaptw]

Ähnliche Bedeutung wie συνάπτω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συνάπτω

... δικαιώματά του στο θρόνο δύο φορές. Ωστόσο αξιοποίησε αυτή την περίοδο συνάπτοντας σχέσεις με τους Διαδόχους του Αλεξάνδρου, εδραιώνοντας τελικά την εξουσία ...

... στην απελευθέρωση του νευροδιαβιβαστή από τον προσυναπτικό νευρώνα στο συναπτικό κενό, όπου μπορεί να δράσει στους ανάλογους υποδοχείς που βρίσκονται στο ...

... μέσω των συναπτικών συνδέσεων. Η επικοινωνία τους επιτυγχάνεται με χημικό τρόπο με την ταχύτατη έκκριση μορίων νευροδιαβιβαστών. Το προ-συναπτικό νευρωνικό ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze knüpfen

... Wenn du mit ihm Kontakt knüpfen willst , ist der heutige Tag am besten geeignet. ...

... Ein schönes Herz hat bald sich heimgefunden, es schafft sich selbst, still wirkend, seine Welt. Und wie der Baum sich in die Erde schlingt mit seiner Wurzeln Kraft und fest sich kettet, so rankt das Edle sich, das Treffliche, mit seinen Taten an das Leben an. Schnell knüpfen sich der Liebe zarte Bande, Wo man beglückt, ist man im Vaterlande. ...

... Die Erzählung stellt eine Gruppe von vier Freunden dar. Jeder ist das Gegenteil eines jedes anderen, und dennoch knüpfen sie untereinander tiefgehende Bindungen. ...

Quelle: al_ex_an_der, Pfirsichbaeumchen, al_ex_an_der

Grammatik


ΣΥΝΑΠΤΩ
I join
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
συνάπτωσυνάπτουμε, συνάπτομεσυνάπτομαισυναπτόμαστε
συνάπτειςσυνάπτετεσυνάπτεσαισυνάπτεστε, συναπτόσαστε
συνάπτεισυνάπτουν(ε)συνάπτεταισυνάπτονται
Imper
fekt
σύναπτα, συνήπτασυνάπταμεσυναπτόμουν(α)συναπτόμαστε, συναπτόμασταν
σύναπτες, συνήπτεςσυνάπτατεσυναπτόσουν(α)συναπτόσαστε
σύναπτε, συνήπτεσύναπταν, συνάπταν(ε), συνήπτανσυναπτόταν(ε)συνάπτονταν
Aoristσύναψα, συνήψασυνάψαμεσυνάφθηκα, συνήφθηνσυναφθήκαμε, συνήφθημεν
σύναψες, συνήψεςσυνάψατεσυνάφθηκες, συνήφθηςσυναφθήκατε, συνήφθητε
σύναψε, συνήψεσύναψαν, συνάψαν(ε), συνήψανσυνάφθηκε, συνήφθησυνάφθηκαν, συναφθήκαν(ε), συνήφθησαν
Per
fect
έχω συνάψειέχουμε συνάψειέχω συναφθεί
είμαι συνημμένος, -η
έχουμε συναφθεί
είμαστε συνημμένοι, -ες
έχεις συνάψειέχετε συνάψειέχεις συναφθεί
είσαι συνημμένος, -η
έχετε συναφθεί
είστε συνημμένοι, -ες
έχει συνάψειέχουν συνάψειέχει συναφθεί
είναι συνημμένος, -η, -ο
έχουν συναφθεί
είναι συνημμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα συνάψειείχαμε συνάψειείχα συναφθεί
ήμουν συνημμένος, -η
είχαμε συναφθεί
ήμαστε συνημμένοι, -ες
είχες συνάψειείχατε συνάψειείχες συναφθεί
ήσουν συνημμένος, -η
είχατε συναφθεί
ήσαστε συνημμένοι, -ες
είχε συνάψειείχαν συνάψειείχε συναφθεί
ήταν συνημμένος, -η, -ο
είχαν συναφθεί
ήταν συνημμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συνάπτωθα συνάπτουμε, θα συνάπτομεθα συνάπτομαιθα συναπτόμαστε
θα συνάπτειςθα συνάπτετεθα συνάπτεσαιθα συνάπτεστε, θα συναπτόσαστε
θα συνάπτειθα συνάπτουν(ε)θα συνάπτεταιθα συνάπτονται
Fut
ur
θα συνάψωθα συνάψουμε, θα συνάψομεθα συναφθώ, θα συναφτώθα συναφθούμε, θα συναφτούμε
θα συνάψειςθα συνάψετεθα συναφθείς, θα συναφτείςθα συναφθείτε, θα συναφτείτε
θα συνάψειθα συνάψουν(ε)θα συναφθεί, θα συναφτείθα συναφθούν(ε), θα συναφτούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συνάψειθα έχουμε συνάψειθα έχω συναφθεί
θα είμαι συνημμένος, -η
θα έχουμε συναφθεί
θα είμαστε συνημμένοι, -ες
θα έχεις συνάψειθα έχετε συνάψειθα έχεις συναφθεί
θα είσαι συνημμένος, -η
θα έχετε συναφθεί
θα είστε συνημμένοι, -ες
θα έχει συνάψειθα έχουν συνάψειθα έχει συναφθεί
θα είναι συνημμένος, -η, -ο
θα έχουν συναφθεί
θα είναι συνημμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συνάπτωνα συνάπτουμε, να συνάπτομενα συνάπτομαινα συναπτόμαστε
να συνάπτειςνα συνάπτετενα συνάπτεσαινα συνάπτεστε, να συναπτόσαστε
να συνάπτεινα συνάπτουν(ε)να συνάπτεταινα συνάπτονται
Aoristνα συνάψωνα συνάψουμε, να συνάψομενα συναφθώ, να συναφτώνα συναφθούμε, να συναφτούμε
να συνάψειςνα συνάψετενα συναφθείς, να συναφτείςνα συναφθείτε, να συναφτείτε
να συνάψεινα συνάψουν(ε)να συναφθεί, να συναφτείνα συναφθούν(ε), να συναφτούν(ε)
Perfνα έχω συνάψεινα έχουμε συνάψεινα έχω συναφθεί
να είμαι συνημμένος, -η
να έχουμε συναφθεί
να είμαστε συνημμένοι, -ες
να έχεις συνάψεινα έχετε συνάψεινα έχεις συναφθεί
να είσαι συνημμένος, -η
να έχετε συναφθεί
να είστε συνημμένοι, -ες
να έχει συνάψεινα έχουν συνάψεινα έχει συναφθεί
να είναι συνημμένος, -η, -ο
να έχουν συναφθεί
να είναι συνημμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσύναπτεσυνάπτετεσυνάπτεστε
Aoristσύναψεσυνάψτε, συνάψετεσυνάψουσυναφθείτε
Part
izip
Presσυνάπτονταςσυναπτόμενος
Perfέχοντας συνάψεισυνημμένος, -η, -οσυνημμένοι, -ες, -α
InfinAoristσυνάψεισυναφθεί








Griechische Definition zu συνάπτω

συνάπτω [sinápto] -ομαι αόρ. (λόγ.) και συνήψα, απαρέμφ. συνάψει, μππ. συνημμένος* : (λόγ.) 1. με αφηρημένο ουσιαστικό σημαίνει ό,τι και το ομόρριζο με το ουσιαστικό ρήμα: συνάπτω γνωριμία, γνωρίζομαι. συνάπτω δάνειο, δανείζομαι. συνάπτω μάχη, μάχομαι. συνάπτω συμφωνία, συμφωνώ. συνάπτω συμβόλαιο, συμβάλλομαι. συνάπτω σχέσεις, σχετίζομαι. || συνάπτω γάμο, παντρεύομαι. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συνάπτω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15