συγχωρώ  Verb  [sigchoro, sirchoro, sygxwrw]

Ähnliche Bedeutung wie συγχωρώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze συγχωρώ

... τον εκθρονίσει. Ο Ιερεμίας επανήλθε στο Θρόνο και με Συνοδική απόφαση συγχώρησε τον Θεόληπτο και τον έστειλε στην Ιβηρία, με σκοπό τη συγκέντρωση χρημάτων ...

... στην Αθήνα, έγινε πραίτορας και υποστήριξε τον Πομπήιο. Ο Καίσαρ τον συγχώρησε και τον διόρισε διευθυντή της δημόσιας βιβλιοθήκης της Ρώμης. Μετά τον ...

... να καθαριστεί με τη δύναμη του Αγίου Πνεύματος, και οι αμαρτίες του συγχωρούνται μέσω της πίστης στον Ιησού Χριστό. Το Αγιαστικό κίνημα επιδιώκει να προωθήσει ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze nachsehen

... Einer Frau kann man eine solche Schwäche leichter nachsehen als einem Mann. ...

... Du solltest selbst nachsehen gehen. ...

... Ich werde den Wagen von einem Mechaniker nachsehen lassen. ...

Quelle: al_ex_an_der, Plusquamperfekt, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΣΥΓΧΩΡΩ
I forgive
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
sugxorao62">συγχωράω,
sugxoro">συγχωρώ
συγχωράμε, συγχωρούμεσυγχωριέμαισυγχωριόμαστε
συγχωράςσυγχωράτεσυγχωριέσαισυγχωριέστε, συγχωριόσαστε
συγχωράει, συγχωράσυγχωράν(ε), συγχωρούν(ε)συγχωριέταισυγχωριούνται, συγχωριόνται
Imper
fekt
συγχωρούσα, συγχώραγασυγχωρούσαμε, συγχωράγαμεσυγχωριόμουν(α)συγχωριόμαστε, συγχωριόμασταν
συγχωρούσες, συγχώραγεςσυγχωρούσατε, συγχωράγατεσυγχωριόσουν(α)συγχωριόσαστε, συγχωριόσασταν
συγχωρούσε, συγχώραγεσυγχωρούσαν(ε), συγχώραγαν, συγχωράγανεσυγχωριόταν(ε)συγχωριόνταν(ε), συγχωριούνταν, συγχωριόντουσαν
Aoristσυγχώρησασυγχωρήσαμεσυγχωρήθηκασυγχωρηθήκαμε
συγχώρησεςσυγχωρήσατεσυγχωρήθηκεςσυγχωρηθήκατε
συγχώρησεσυγχώρησαν, συγχωρήσαν(ε)συγχωρήθηκεσυγχωρήθηκαν, συγχωρηθήκαν(ε)
Perf
ekt
έχω συγχωρήσει
έχω συγχωρημένο
έχουμε συγχωρήσει
έχουμε συγχωρημένο
έχω συγχωρηθεί
είμαι συγχωρημένος, -η
έχουμε συγχωρηθεί
είμαστε συγχωρημένοι, -ες
έχεις συγχωρήσει
έχεις συγχωρημένο
έχετε συγχωρήσει
έχετε συγχωρημένο
έχεις συγχωρηθεί
είσαι συγχωρημένος, -η
έχετε συγχωρηθεί
είστε συγχωρημένοι, -ες
έχει συγχωρήσει
έχει συγχωρημένο
έχουν συγχωρήσει
έχουν συγχωρημένο
έχει συγχωρηθεί
είναι συγχωρημένος, -η, -ο
έχουν συγχωρηθεί
είναι συγχωρημένοι, -ες, -α
Plu
perf
ekt
είχα συγχωρήσει
είχα συγχωρημένο
είχαμε συγχωρήσει
είχαμε συγχωρημένο
είχα συγχωρηθεί
ήμουν συγχωρημένος, -η
είχαμε συγχωρηθεί
ήμαστε συγχωρημένοι, -ες
είχες συγχωρήσει
είχες συγχωρημένο
είχατε συγχωρήσει
είχατε συγχωρημένο
είχες συγχωρηθεί
ήσουν συγχωρημένος, -η
είχατε συγχωρηθεί
ήσαστε συγχωρημένοι, -ες
είχε συγχωρήσει
είχε συγχωρημένο
είχαν συγχωρήσει
είχαν συγχωρημένο
είχε συγχωρηθεί
ήταν συγχωρημένος, -η, -ο
είχαν συγχωρηθεί
ήταν συγχωρημένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα συγχωράω, θα συγχωρώθα συγχωράμε, θα συγχωρούμεθα συγχωριέμαιθα συγχωριόμαστε
θα συγχωράςθα συγχωράτεθα συγχωριέσαιθα συγχωριέστε, θα συγχωριόσαστε
θα συγχωράει, θα συγχωράθα συγχωράν(ε), θα συγχωρούν(ε)θα συγχωριέταιθα συγχωριούνται, θα συγχωριόνται
Fut
ur
θα συγχωρήσωθα συγχωρήσουμε, θα συγχωρήσομεθα συγχωρηθώθα συγχωρηθούμε
θα συγχωρήσειςθα συγχωρήσετεθα συγχωρηθείςθα συγχωρηθείτε
θα συγχωρήσειθα συγχωρήσουν(ε)θα συγχωρηθείθα συγχωρηθούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω συγχωρήσει
θα έχω συγχωρημένο
θα έχουμε συγχωρήσει
θα έχουμε συγχωρημένο
θα έχω συγχωρηθεί
θα είμαι συγχωρημένος, -η
θα έχουμε συγχωρηθεί
θα είμαστε συγχωρημένοι, -ες
θα έχεις συγχωρήσει
θα έχεις συγχωρημένο
θα έχετε συγχωρήσει
θα έχετε συγχωρημένο
θα έχεις συγχωρηθεί
θα είσαι συγχωρημένος, -η
θα έχετε συγχωρηθεί
θα είστε συγχωρημένοι, -ες
θα έχει συγχωρήσει
θα έχει συγχωρημένο
θα έχουν συγχωρήσει
θα έχουν συγχωρημένο
θα έχει συγχωρηθεί
θα είναι συγχωρημένος, -η, -ο
θα έχουν συγχωρηθεί
θα είναι συγχωρημένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να συγχωράω, να συγχωρώνα συγχωράμε, να συγχωρούμενα συγχωριέμαινα συγχωριόμαστε
να συγχωράςνα συγχωράτενα συγχωριέσαινα συγχωριέστε, να συγχωριόσαστε
να συγχωράει, να συγχωράνα συγχωράν(ε), να συγχωρούν(ε)να συγχωριέταινα συγχωριούνται, να συγχωριόνται
Aoristνα συγχωρήσωνα συγχωρήσουμε, να συγχωρήσομενα συγχωρηθώνα συγχωρηθούμε
να συγχωρήσειςνα συγχωρήσετενα συγχωρηθείςνα συγχωρηθείτε
να συγχωρήσεινα συγχωρήσουν(ε)να συγχωρηθείνα συγχωρηθούν(ε)
Perfνα έχω συγχωρήσει
να έχω συγχωρημένο
να έχουμε συγχωρήσει
να έχουμε συγχωρημένο
να έχω συγχωρηθεί
να είμαι συγχωρημένος, -η
να έχουμε συγχωρηθεί
να είμαστε συγχωρημένοι, -ες
να έχεις συγχωρήσει
να έχεις συγχωρημένο
να έχετε συγχωρήσει
να έχετε συγχωρημένο
να έχεις συγχωρηθεί
να είσαι συγχωρημένος, -η
να έχετε συγχωρηθεί
να είστε συγχωρημένοι, -η
να έχει συγχωρήσει
να έχει συγχωρημένο
να έχουν συγχωρήσει
να έχουν συγχωρημένο
να έχει συγχωρηθεί
να είναι συγχωρημένος, -η, -ο
να έχουν συγχωρηθεί
να είναι συγχωρημένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presσυγχώρα, συγχώραγεσυγχωράτεσυγχωριέστε
Aoristσυγχώρησε, συγχώρασυγχωρήστεσυγχωρήσουσυγχωρηθείτε
Part
izip
Presσυγχωρώντας
Perfέχοντας συγχωρήσει, έχοντας συγχωρημένοσυγχωρημένος, -η, -οσυγχωρημένοι, -ες, -α
InfinAoristσυγχωρήσεισυγχωρηθεί









Person Wortform
Präsens ich vergebe
du vergibst
er, sie, es vergibt
Präteritum ich vergab
Konjunktiv II ich vergäbe
Imperativ Singular vergib!
Plural vergebt!
Perfekt Partizip II Hilfsverb
vergeben haben
Alle weiteren Formen: Flexion:vergeben


Griechische Definition zu συγχωρώ

συγχωρώ [siŋxoró] -ούμαι αόρ. και συγχώρεσα, απαρέμφ. και συγχωρέσει, παθ. αόρ. και συγχωρέθηκα, απαρέμφ. και συγχωρεθεί, μππ. και συγχωρεμένος : 1.δεν τιμωρώ κπ. ή δε ζητώ να τον εκδικηθώ για κάποια παράνομη ή άδικη πράξη του, του δίνω συγγνώμη: Tον συγχώρησα για το ψέμα, γιατί μετάνιωσε και ζήτησε συγγνώμη. Συγχώρησέ με, δε θα το ξανακάνω. Ο μεγαλόψυχος συγχωρεί. Ο Θεός συγχωρεί τους αμαρτωλούς, δίνει άφεση αμαρτιών. (ευχή) να συγχωρηθεί η ψυχή του. ο Θεός ας μας συγχωρέσει. (έκφρ.) με συγχωρείς / με συγχωρείτε, για να δηλώσουμε σε κπ. τη λύπη μας για την ενόχληση ή τη δυσαρέσκεια που του προκαλέσαμε· συγγνώμη: Mε συγχωρείτε που σας διακόπτω / για την καθυστέρηση. Mε συγχωρείτε, θα μπορούσατε να με εξυπηρετήσετε; (να) με συγχωρείς, για να εκφράσουμε τη διαφωνία, την αντίρρησή μας: Nα με συγχωρείς, αλλά γιατί δε με ρώτησες; να με συγχωρεί η χάρη σου, για να εκφράσουμε την αντίρρησή μας με έντονο τρόπο. || συγχωρώ σε κπ. κτ., τον συγχω ρώ για κτ.: Δε θα του συγχωρήσω ποτέ αυτό που μου έκανε. Δε θα συγχω ρήσει στον εαυτό του ότι δε βοήθησε τους γονείς του. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu συγχωρώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15