{η}  στάθμη  Subst.  [stathmi, stathmh]

{der}    Subst.
(47)
{das}    Subst.
(30)
{der}    Subst.
(3)
{der}    Subst.
(0)
(0)

Etymologie zu στάθμη

στάθμη altgriechisch στάθμη ἳστημι


GriechischDeutsch
Πρόσεξε τη στάθμη του νερού.Sehen Sie den Wasserstand.
Γι 'αυτό θα ήθελα να παρακαλέσω επειγόντως να επαναφέρουμε στην στάθμη της την πλευρά που γέρνει.Darum möchte ich noch einmal eindringlich darum bitten, daß wir diese Schlagseite wieder ins Lot bekommen.
Η στάθμη του γάλακτος κατεβαίνει συνεχώς.Der Spiegel der Milch sinkt immer tiefer.
H άλλη προκατάληψη είναι ότι αν αυτό γίνει δημοσιο-δικαιϊκά, θα έχει υψηλότερη ποιότητα, υψηλότερη στάθμη, ενώ αν γίνει ιδιωτικο-δικαιϊκά θα γίνει μόνο για να κερδηθούν χρήματα.Das andere Vorurteil ist, wenn das öffentlich-rechtlich gemacht wird, hat es eine höhere Qualität, ein höheres Niveau, und wenn es privat-rechtlich gemacht wird, ist es schnödes Geldverdienen.
Η στάθμη των επιχορηγήσεων πρέπει να παραμείνει σ 'ένα επίπεδο ώστε όλοι οι φοιτητές να έχουν τη δυνατότητα να λάβουν μέρος στο πρόγραμμα ανταλλαγών.Das Niveau der Förderung muß so beibehalten werden können, daß alle Studenten die Möglichkeit haben, sich am Austauschprogramm zu beteiligen.
Οι υποψήφιοι κατέστησαν σαφές πως η νομισματική πολιτική μπορεί, όπως είπαμε, να βοηθήσει την ανάπτυξη και την απασχόληση αποτρέποντας μέσω της διασφάλισης της σταθερότητας των τιμών τον όποιον αναμενόμενο πληθωρισμό και παρέχοντας μακροοικονομική σταθερότητα και προπάντων μία χαμηλή στάθμη των μακροπρόθεσμων επιτοκίων.Die Kandidatinnen und Kandidaten machten deutlich, daß die Geldpolitik wie gesagt Wachstum und Beschäftigung unterstützen kann, indem sie durch die Gewährleistung von Preisstabilität jegliche Inflationserwartung verhindert und damit makroökonomische Stabilität und vor allem ein niedriges Niveau der langfristigen Zinsen gewährleistet.
Μόνο ενα δίκτυο που καλύπτει όλη την επικράτεια της Ευρώπης, θα δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για μια πραγματική εσωτερική αγορά, και, σε τελική ανάλυση, σε αυτό το πεδίο θα αποτιμηθεί η στάθμη της ευρωπαϊκής κοινωνίας.Erst ein europaweites Netz schafft einen wirklichen Binnenmarkt in Europa, und daran wird das Niveau der europäischen Gesellschaft im Grunde genommen gemessen.

Synonyme zu στάθμη

Noch keine Synonyme

Ähnliche Bedeutung wie στάθμη

Ähnliche Wörter zu στάθμη

Noch keine ähnlichen Wörter

Deutsche Synonyme zu στάθμη

Noch keine deutschen Synonyme


Grammatik

Noch keine Grammatik zu στάθμη.







Singular

Plural

Nominativ der Spiegel

die Spiegel

Genitiv des Spiegels

der Spiegel

Dativ dem Spiegel

den Spiegeln

Akkusativ den Spiegel

die Spiegel






Griechische Definition zu στάθμη

στάθμη η [stáθmi] : 1. το επίπεδο της ελεύθερης επιφάνειας ενός υγρού που βρίσκεται σε κατάσταση ηρεμίας: H στάθμη της θάλασσας. Mε τις βροχές ανέβηκε η στάθμη του ποταμού. Kατέβηκε η στάθμη των υδάτων στη λίμνη του Mαραθώνα. || Tο πεζοδρόμιο δε βρίσκεται στην ίδια στάθμη με το δρόμο, στο ίδιο επίπεδο. 2. Nήμα* της στάθμης. 3. (μτφ.) το επίπεδο στο οποίο βρίσκεται ένα κοινωνικό συνόλο ή οι δραστηριότητές του από άποψη πολιτιστική, μορφωτική κτλ.: H ποιοτική στάθμη των μαθητών. H στάθμη στα Aνώτατα Εκπαιδευτικά Iδρύματα (AΕI). Tεχνολογία / εκπαίδευση χαμηλής / υψηλής στάθμης.

[λόγ.: 2: αρχ. στάθμη `αλφάδι΄· 1, 3: σημδ. γαλλ. niveau με βάση την αρχ. φρ. ἐπί στάθμην θεῖναι μίαν `φέρνω σε ένα επίπεδο΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15
Feedback