στάζω  Verb  [stazo, stazw]

Ähnliche Bedeutung wie στάζω


Beispielsätze στάζω

... (γερμανικά: Ministerium für Staatssicherheit, MfS, ή αλλιώς Stasi προφέρεται: Στάζι) ιδρύθηκε στις 8 Φεβρουαρίου 1950 και στεγαζόταν σε ένα τεράστιο κτήριο ...

... Γκάουκ εξελέγη επίτροπος για τα αρχεία της Στάζι. Μέσα από τη θητεία του, έμεινε γνωστός ως "κυνηγός της Στάζι" και "ακούραστος συνήγορος υπέρ της δημοκρατίας" ...

... Λόκι, από το οποίο στάζει δηλητήριο. Η Σιγκούν αναφέρεται ξανά ως σύζυγος του Λόκι, κρατώντας μία λεκάνη κάτω από δηλητήριο που στάζει. Η λεκάνη γεμίζει ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze tropfen

... Ich will den Tau von den Rosenblättern tropfen sehen. ...

... Du kannst das Wasser aus der Leitung tropfen hören. ...

... tintenartigen Flüssigkeit auf, dieser Prozess ist eine Autolyse. Diese Eigenart ist eine Methode, Sporen zu verbreiten. Diese tropfen mit der Flüssigkeit ab, werden ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΣΤΑΖΩ
I drip
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
στάζωστάζουμε, στάζομε
στάζειςστάζετε
στάζειστάζουν(ε)
Imper
fekt
έσταζαστάζαμε
έσταζεςστάζατε
έσταζεέσταζαν, στάζαν(ε)
Aoristέσταξαστάξαμε
έσταξεςστάξατε
έσταξεέσταξαν, στάξαν(ε)
Per
fect
έχω στάξειέχουμε στάξει
έχεις στάξειέχετε στάξει
έχει στάξειέχουν στάξει
Plu
per
fect
είχα στάξειείχαμε στάξει
είχες στάξειείχατε στάξει
είχε στάξειείχαν στάξει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα στάζωθα στάζουμε, θα στάζομε
θα στάζειςθα στάζετε
θα στάζειθα στάζουν(ε)
Fut
ur
θα στάξωθα στάξουμε, θα στάξομε
θα στάξειςθα στάξετε
θα στάξειθα στάξουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω στάξειθα έχουμε στάξει
θα έχεις στάξειθα έχετε στάξει
θα έχει στάξειθα έχουν στάξει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να στάζωνα στάζουμε, να στάζομε
να στάζειςνα στάζετε
να στάζεινα στάζουν(ε)
Aoristνα στάξωνα στάξουμε, να στάξομε
να στάξειςνα στάξετε
να στάξεινα στάξουν(ε)
Perfνα έχω στάξεινα έχουμε στάξει
να έχεις στάξεινα έχετε στάξει
να έχει στάξεινα έχουν στάξει
Imper
ativ
Presστάζεστάζετε
Aoristστάξεστάξτε, στάχτε
Part
izip
Presστάζοντας
Perfέχοντας στάξει
InfinAoristστάξει












Griechische Definition zu στάζω

στάζω [stázo] -ομαι στη σημ. 3α : 1α. για υγρό, ρευστό το οποίο χύνεται, πέφτει αργά, σταγόνα σταγόνα: Στάζει το κρασί από το βαρέλι. Πρόσεξε, γιατί λιώνει το κερί και στάζει. || Ο ιδρώτας έσταζε από το μέτωπό του. β. για δοχείο, του οποίου το υγρό που περιέχει χύνεται κατά σταγόνες: Tρύπησε το βαρέλι και στάζει. || Δεν έσφιξες καλά τη βρύση και στάζει. Στάζει η στέγη. Στάζουν τα κεραμίδια, αφήνουν να περάσει το νερό της βροχής. 2. ως έκφραση υπερβολής, για να δηλώσει μεγάλη ποσό τητα ενός υγρού το οποίο έχει διαποτίσει ή έχει καλύψει κτ.: Οι τοίχοι έσταζαν από την υγρασία. στάζω ολόκληρος, είμαι μούσκεμα από νερό, ιδρώτα κτλ. ΦΡ στάζει η γλώσσα* του φαρμάκι / μέλι. || Στάζει η μύτη μου, είμαι πολύ συναχωμένος. || (μτφ.): Στάζουν τα χέρια του αίμα. 3. (προφ., για προσ.) α. ρίχνω μικρή ποσότητα υγρού: Στάξε λίγο λεμόνι στη σαλάτα. Θα στάξω λίγο λάδι στην κλειδαριά για να μην τρίζει. || (συνήθ. παθ.) λερώνομαι από κτ. που στάζω επάνω μου: Στάχτηκα με κόκκινο κρασί. Tι έσταξες πάλι επάνω σου και έκανες χάλια την καινούρια σου μπλούζα; β. (λαϊκ.) πληρώνω κτ.: Πόσα έσταξες; Tα ΄σταξα κανονικά. Στάξε! ΦΡ έχω κπ. μη βρέξει* και μη στάξει. ΠAΡ ΦΡ σιγά μη στάξει η ουρά του γαϊδάρου*.

[αρχ. στάζω]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu στάζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15