ρέω  Verb  [reo, rew]

Ähnliche Bedeutung wie ρέω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze strömen

... Luftig lockere Blätterteigtaschen strömen betörende Düfte aus. ...

... Es strömen zahlreiche Leute aus dem Kino. ...

... größer Major, Majestät, Hausmeier malus schlecht, schlimm maliziös, vermaledeien mamma Brustdrüse Mammalier mānāre strömen Emanation mancus verstümmelt ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΡΕΩ
I flow
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ρέωρέουμε, ρέομε
ρέειςρέετε
ρέειρέουν(ε)
Imper
fekt
έρεαρέαμε
έρεεςρέατε
έρεεέρεαν, ρέαν(ε)
Aoristέρευσαρεύσαμε
έρευσεςρεύσατε
έρευσεέρευσαν, ρεύσαν(ε)
Per
fect
έχω ρεύσειέχουμε ρεύσει
έχεις ρεύσειέχετε ρεύσει
έχει ρεύσειέχουν ρεύσει
Plu
per
fect
είχα ρεύσειείχαμε ρεύσει
είχες ρεύσειείχατε ρεύσει
είχε ρεύσειείχαν ρεύσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ρέωθα ρέουμε, θα ρέομε
θα ρέειςθα ρέετε
θα ρέειθα ρέουν(ε)
Fut
ur
θα ρεύσωθα ρεύσουμε, θα ρεύσομε
θα ρεύσειςθα ρεύσετε
θα ρεύσειθα ρεύσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ρεύσειθα έχουμε ρεύσει
θα έχεις ρεύσειθα έχετε ρεύσει
θα έχει ρεύσειθα έχουν ρεύσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ρέωνα ρέουμε, να ρέομε
να ρέειςνα ρέετε
να ρέεινα ρέουν(ε)
Aoristνα ρεύσωνα ρεύσουμε, να ρεύσομε
να ρεύσειςνα ρεύσετε
να ρεύσεινα ρεύσουν(ε)
Perfνα έχω ρεύσεινα έχουμε ρεύσει
να έχεις ρεύσεινα έχετε ρεύσει
να έχει ρεύσεινα έχουν ρεύσει
Imper
ativ
Presρέερέετε
Aoristρεύσερεύσετε, ρεύστε
Part
izip
Presρέοντας
Perfέχοντας ρεύσει
InfinAoristρεύσει






Griechische Definition zu ρέω

ρέω [réo] Ρ αόρ. έρευσα, απαρέμφ. ρεύσει : 1.για μάζα, ρευστή ή υγρή, που κινείται προς ορισμένη κατεύθυνση· (πρβ. κυλώ, τρέχω): Ο ποταμός ρέει ορμητικά. || Στις φλέβες του ρέει αίμα αριστοκρατικό, κυλάει. || αναβλύζω: Aπό τη σχισμή του βράχου ρέει νερό. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ρέω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15