προσπαθώ  Verb  [prospatho, prospathw]

Ähnliche Bedeutung wie προσπαθώ


Beispielsätze προσπαθώ

... Δεν καταλαβαίνεις τι προσπαθώ να σου πω; ...

Quelle: musiclover


Beispielsätze ich versuche es

... Versuch steht für: Ausprobieren einer von mehreren Möglichkeiten, siehe Versuch und Irrtum Experiment, in der wissenschaftlichen Betätigung (präziser: ...

... Bonuspunkte bei einem Grand Slam (fünf Siege) 1 Bonuspunkt für vier oder mehr Versuche, unabhängig vom Endstand 1 Bonuspunkt bei einer Niederlage mit sieben ...

... leisten, wenn sie in direktem Widerspruch zu ihrem Gewissen stehen. Der Versuch bestand darin, dass ein „Lehrer“ – die eigentliche Versuchsperson – einem ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΡΟΣΠΑΘΩ
I try
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προσπαθώπροσπαθούμε
προσπαθείςπροσπαθείτε
προσπαθείπροσπαθούν(ε)
Imper
fekt
προσπαθούσαπροσπαθούσαμε
προσπαθούσεςπροσπαθούσατε
προσπαθούσεπροσπαθούσαν(ε)
Aoristπροσπάθησαπροσπαθήσαμε
προσπάθησεςπροσπαθήσατε
προσπάθησεπροσπάθησαν, προσπαθήσαν(ε)
Perf
ekt
έχω προσπαθήσειέχουμε προσπαθήσει
έχεις προσπαθήσειέχετε προσπαθήσει
έχει προσπαθήσειέχουν προσπαθήσει
Plu
perf
ekt
είχα προσπαθήσειείχαμε προσπαθήσει
είχες προσπαθήσειείχατε προσπαθήσει
είχε προσπαθήσειείχαν προσπαθήσει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προσπαθώθα προσπαθούμε
θα προσπαθείςθα προσπαθείτε
θα προσπαθείθα προσπαθούν(ε)
Fut
ur
θα προσπαθήσωθα προσπαθήσουμε
θα προσπαθήσειςθα προσπαθήσετε
θα προσπαθήσειθα προσπαθήσουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω προσπαθήσειθα έχουμε προσπαθήσει
θα έχεις προσπαθήσειθα έχετε προσπαθήσει
θα έχει προσπαθήσειθα έχουν προσπαθήσει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να προσπαθώνα προσπαθούμε
να προσπαθείςνα προσπαθείτε
να προσπαθείνα προσπαθούν(ε)
Aoristνα προσπαθήσωνα προσπαθήσουμε, να προσπαθήσομε
να προσπαθήσειςνα προσπαθήσετε
να προσπαθήσεινα προσπαθήσουν(ε)
Perfνα έχω προσπαθήσεινα έχουμε προσπαθήσει
να έχεις προσπαθήσεινα έχετε προσπαθήσει
να έχει προσπαθήσεινα έχουν προσπαθήσει
Imper
ativ
Presπροσπαθείτε
Aoristπροσπάθησεπροσπαθήστε, προσπαθήσετε
Part
izip
Presπροσπαθώντας
Perfέχοντας προσπαθήσει
InfinAoristπροσπαθήσει




Griechische Definition zu προσπαθώ

προσπαθώ [prospaθó] .9α : βάζω σε ενέργεια, διαθέτω όλες τις σωματικές, πνευματικές ή ψυχικές δυνάμεις μου για να πετύχω κτ.: Ο αθλητής προσπάθησε να φτάσει πρώτος στο τέρμα. προσπαθώ να λύσω το πρόβλημα, όμως δεν τα καταφέρνω. Mάταια προσπαθώ να τον μεταπείσω. προσπαθώ να βελτιώσω το χαρακτήρα μου. || επιχειρώ να κάνω κτ., σχεδιάζω ή αρχίζω να κάνω κτ.· αποπειρώμαι: Προσπάθησαν να τον δολοφονήσουν / να τον συκοφαντήσουν.

[λόγ. < ελνστ. προσπαθῶ `νιώθω παράφορη αγάπη΄]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu προσπαθώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15