προσδοκώ  Verb  [prosdoko, prosthoko, prosdokw]

Ähnliche Bedeutung wie προσδοκώ

Noch keine Synonyme


Beispielsätze erwarten

... Das erwarten die Briten von ihrer Königin. ...

... Wir erwarten viel von ihm. ...

... Die Studenten erwarten sehnsüchtig die Ferien. ...

Quelle: MUIRIEL, Wolf, xtofu80

Grammatik


ΠΡΟΣΔΟΚΩ
I expect
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
προσδοκώπροσδοκούμεπροσδοκώμαιπροσδοκόμαστε, προσδοκώμεθα
προσδοκάςπροσδοκάτεπροσδοκάσαιπροσδοκάστε, προσδοκάσθε
προσδοκάπροσδοκούν(ε)προσδοκάταιπροσδοκώνται
Imper
fekt
προσδοκούσαπροσδοκούσαμε
προσδοκούσεςπροσδοκούσατε
προσδοκούσεπροσδοκούσαν(ε)προσδοκάτοπροσδοκώντο
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα προσδοκώθα προσδοκούμεθα προσδοκώμαιθα προσδοκόμαστε, θα προσδοκώμεθα
θα προσδοκάςθα προσδοκάτεθα προσδοκάσαιθα προσδοκάστε, θα προσδοκάσθε
θα προσδοκάθα προσδοκούν(ε)θα προσδοκάταιθα προσδοκώνται
SUB
JUNC
TIVE
Präs
enz
να προσδοκώνα προσδοκούμενα προσδοκώμαινα προσδοκόμαστε, να προσδοκώμεθα
να προσδοκάςνα προσδοκάτενα προσδοκάσαινα προσδοκάστε, να προσδοκάσθε
να προσδοκάνα προσδοκούν(ε)να προσδοκάταινα προσδοκώνται
Imper
ativ
Presπροσδοκάτεπροσδοκάστε, προσδοκάσθε
Part
izip
Presπροσδοκώνταςπροσδοκώμενος




Griechische Definition zu προσδοκώ

προσδοκώ [prozδokó] : (λόγ.) περιμένω, ελπίζω να συμβεί κτ. (θετικό, ευχάριστο). || (η μπε. κυρίως σε στερεότυπες εκφορές): προσδοκώμενο κέρδος, το αναμενόμενο. προσδοκώμενος χρόνος ζωής (ενός ανθρώπου, αντικειμένου), ο αναμενόμενος, ο μέσος όρος. || (ως ουσ., γραμμ.) το προσδοκώμενο, κατηγορία του συντακτικού, που εκφράζεται κυρίως ως είδος υποθετικού λόγου και σε αντίστοιχες χρονικές προτάσεις.

[λόγ. < αρχ. προσδοκῶ]
[...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu προσδοκώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15