ποτίζω  Verb  [potizo, potizw]

Ähnliche Bedeutung wie ποτίζω

Noch keine Synonyme


Beispielsätze ποτίζω

... για να εκδικηθεί την προτίμησή του αυτή αποξήρανε τα ποτάμια, αλλά η γη ποτιζόταν με τις βροχές που έστελνε εν τω μεταξύ ο Δίας. Ο Ίναχος είχε γυναίκα ...

... από τα οποία ποτίζονταν μέχρι τα τελευταία χρόνια 125.000 στρέμματα ανατολικά και 225.000 δυτικά. Σήμερα, τα 35.000 στρέμματα ποτίζονται από τον ποταμό ...

... παλαιστινιακή διοίκηση το 2011 Pierre Larrine, «Παλαιστίνη. Η ιερή γη που ποτίζεται με αίμα», Ιστορία Εικονογράφημένη, τχ. 61 (Ιούλιος 1973), σελ. 30-48 ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


ΠΟΤΙΖΩ
I water
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ποτίζωποτίζουμε, ποτίζομεποτίζομαιποτιζόμαστε
ποτίζειςποτίζετεποτίζεσαιποτίζεστε, ποτιζόσαστε
ποτίζειποτίζουν(ε)ποτίζεταιποτίζονται
Imper
fekt
πότιζαποτίζαμεποτιζόμουν(α)ποτιζόμαστε, ποτιζόμασταν
πότιζεςποτίζατεποτιζόσουν(α)ποτιζόσαστε, ποτιζόσασταν
πότιζεπότιζαν, ποτίζαν(ε)ποτιζόταν(ε)ποτίζονταν, ποτιζόντανε, ποτιζόντουσαν
Aoristπότισαποτίσαμεποτίστηκαποτιστήκαμε
πότισεςποτίσατεποτίστηκεςποτιστήκατε
πότισεπότισαν, ποτίσαν(ε)ποτίστηκεποτίστηκαν, ποτιστήκαν(ε)
Per
fect
έχω ποτίσει
έχω ποτισμένο
έχουμε ποτίσει
έχουμε ποτισμένο
έχω ποτιστεί
είμαι ποτισμένος, -η
έχουμε ποτιστεί
είμαστε ποτισμένοι, -ες
έχεις ποτίσει
έχεις ποτισμένο
έχετε ποτίσει
έχετε ποτισμένο
έχεις ποτιστεί
είσαι ποτισμένος, -η
έχετε ποτιστεί
είστε ποτισμένοι, -ες
έχει ποτίσει
έχει ποτισμένο
έχουν ποτίσει
έχουν ποτισμένο
έχει ποτιστεί
είναι ποτισμένος, -η, -ο
έχουν ποτιστεί
είναι ποτισμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα ποτίσει
είχα ποτισμένο
είχαμε ποτίσει
είχαμε ποτισμένο
είχα ποτιστεί
ήμουν ποτισμένος, -η
είχαμε ποτιστεί
ήμαστε ποτισμένοι, -ες
είχες ποτίσει
είχες ποτισμένο
είχατε ποτίσει
είχατε ποτισμένο
είχες ποτιστεί
ήσουν ποτισμένος, -η
είχατε ποτιστεί
ήσαστε ποτισμένοι, -ες
είχε ποτίσει
είχε ποτισμένο
είχαν ποτίσει
είχαν ποτισμένο
είχε ποτιστεί
ήταν ποτισμένος, -η, -ο
είχαν ποτιστεί
ήταν ποτισμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ποτίζωθα ποτίζουμε, θα ποτίζομεθα ποτίζομαιθα ποτιζόμαστε
θα ποτίζειςθα ποτίζετεθα ποτίζεσαιθα ποτίζεστε, θα ποτιζόσαστε
θα ποτίζειθα ποτίζουν(ε)θα ποτίζεταιθα ποτίζονται
Fut
ur
θα ποτίσωθα ποτίσουμε, θα ποτίζομεθα ποτιστώθα ποτιστούμε
θα ποτίσειςθα ποτίσετεθα ποτιστείςθα ποτιστείτε
θα ποτίσειθα ποτίσουν(ε)θα ποτιστείθα ποτιστούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ποτίσει
θα έχω ποτισμένο
θα έχουμε ποτίσει
θα έχουμε ποτισμένο
θα έχω ποτιστεί
θα είμαι ποτισμένος, -η
θα έχουμε ποτιστεί
θα είμαστε ποτισμένοι, -ες
θα έχεις ποτίσει
θα έχεις ποτισμένο
θα έχετε ποτίσει
θα έχετε ποτισμένο
θα έχεις ποτιστεί
θα είσαι ποτισμένος, -η
θα έχετε ποτιστεί
θα είστε ποτισμένοι, -ες
θα έχει ποτίσει
θα έχει ποτισμένο
θα έχουν ποτίσει
θα έχουν ποτισμένο
θα έχει ποτιστεί
θα είναι ποτισμένος, -η, -ο
θα έχουν ποτιστεί
θα είναι ποτισμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ποτίζωνα ποτίζουμε, να ποτίζομενα ποτίζομαινα ποτιζόμαστε
να ποτίζειςνα ποτίζετενα ποτίζεσαινα ποτίζεστε, να ποτιζόσαστε
να ποτίζεινα ποτίζουν(ε)να ποτίζεταινα ποτίζονται
Aoristνα ποτίσωνα ποτίσουμε, να ποτίσομενα ποτιστώνα ποτιστούμε
να ποτίσειςνα ποτίσετενα ποτιστείςνα ποτιστείτε
να ποτίσεινα ποτίσουν(ε)να ποτιστείνα ποτιστούν(ε)
Perfνα έχω ποτίσει
να έχω ποτισμένο
να έχουμε ποτίσει
να έχουμε ποτισμένο
να έχω ποτιστεί
να είμαι ποτισμένος, -η
να έχουμε ποτιστεί
να είμαστε ποτισμένοι, -ες
να έχεις ποτίσει
να έχεις ποτισμένο
να έχετε ποτίσει
να έχετε ποτισμένο
να έχεις ποτιστεί
να είσαι ποτισμένος, -η
να έχετε ποτιστεί
να είστε ποτισμένοι, -ες
να έχει ποτίσει
να έχει ποτισμένο
να έχουν ποτίσει
να έχουν ποτισμένο
να έχει ποτιστεί
να είναι ποτισμένος, -η, -ο
να έχουν ποτιστεί
να είναι ποτισμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presπότιζεποτίζετεποτίζεστε
Aoristπότισεποτίστεποτίσουποτιστείτε
Part
izip
Presποτίζονταςποτιζόμενος
Perfέχοντας ποτίσει, έχοντας ποτισμένοποτισμένος, -η, -οποτισμένοι, -ες, -α
InfinAoristποτίσειποτιστεί














Griechische Definition zu ποτίζω

ποτίζω [potízo] -ομαι : 1. ρίχνω νερό σε φυτά: Πότισες τις γλάστρες / τα φυτά; Ξέχασα να ποτίσω τα λουλούδια και μαράθηκαν. Έπεσε μια βροχή και πότισε τα σπαρτά. || αρδεύω: Έσκαψε αυλάκια, για να περνάει το νερό και να ποτίζεται το χωράφι. ΠAΡ Για χάρη του βασιλικού* ποτίζεται κι η γλάστρα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ποτίζω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15