ποικίλλω  Verb  [pikillo, poikillw]

Ähnliche Bedeutung wie ποικίλλω


Beispielsätze ποικίλλω

... αποχετευτικό σύστημα. Τα κτίρια που προορίζονταν για τη στέγαση των πολιτών ποίκιλλαν από ιδιαίτερα ταπεινές οικίες μέχρι εξοχικές βίλες. Στην πρωτεύουσα, οι ...

... κατάλογοι δε συμφωνούν προς τη διάρκεια της ποιμαντορίας του, καθώς αυτή εμφανίζεται να ποικίλλει μεταξύ πέντε και εικοσιπέντε ετών. Οικουμενικό Πατριαρχείο ...

... εκαντοντάδες χιλιάδες αστεροειδείς διαφόρων τύπων, των οποίων το μέγεθος ποικίλλει σε πολύ μεγάλο βαθμό, δηλ. από μερικές εκατοντάδες μέτρα (όπως ο Δάκτυλος) ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze variieren

... Die sozialen Gepflogenheiten variieren von Land zu Land. ...

... Das Speiseangebot variieren wir je nach Gast und Geschmack. ...

... Der Mut kann zwischen den Extremen Feigheit und Waghalsigkeit variieren — wünschenswert ist weder Feigheit, das völlige Fehlen von Mut, noch der übertriebene, unvernünftige Mut, der unbedacht alles Mögliche wagt. Ein mutiger Mensch lernt zwischen den beiden Extremen das richtige Maß an Mut zu finden und aufzubringen. ...

Quelle: Sudajaengi, al_ex_an_der, al_ex_an_der

Grammatik


ΠΟΙΚΙΛΛΩ
I vary
Aktiv
SingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
ποικίλλωποικίλλουμε, ποικίλλομε
ποικίλλειςποικίλλετε
ποικίλλειποικίλλουν(ε)
Imper
fekt
ποίκιλλαποικίλλαμε
ποίκιλλεςποικίλλατε
ποίκιλλεποίκιλλαν, ποικίλλαν(ε)
Aoristποίκιλαποικίλαμε
ποίκιλεςποικίλατε
ποίκιλεποίκιλαν, ποικίλαν(ε)
Per
fect
έχω ποικίλειέχουμε ποικίλει
έχεις ποικίλειέχετε ποικίλει
έχει ποικίλειέχουν ποικίλει
Plu
per
fect
είχα ποικίλειείχαμε ποικίλει
είχες ποικίλειείχατε ποικίλει
είχε ποικίλειείχαν ποικίλει
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα ποικίλλωθα ποικίλλουμε, θα ποικίλλομε
θα ποικίλλειςθα ποικίλλετε
θα ποικίλλειθα ποικίλλουν(ε)
Fut
ur
θα ποικίλωθα ποικίλουμε, θα ποικίλομε
θα ποικίλειςθα ποικίλετε
θα ποικίλειθα ποικίλουν(ε)
Fut
ur II
θα έχω ποικίλειθα έχουμε ποικίλει
θα έχεις ποικίλειθα έχετε ποικίλει
θα έχει ποικίλειθα έχουν ποικίλει
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να ποικίλλωνα ποικίλλουμε, να ποικίλλομε
να ποικίλλειςνα ποικίλλετε
να ποικίλλεινα ποικίλλουν(ε)
Aoristνα ποικίλωνα ποικίλουμε, να ποικίλομε
να ποικίλειςνα ποικίλετε
να ποικίλεινα ποικίλουν(ε)
Perfνα έχω ποικίλεινα έχουμε ποικίλει
να έχεις ποικίλεινα έχετε ποικίλει
να έχει ποικίλεινα έχουν ποικίλει
Imper
ativ
Presποικίλλεποικίλλετε
Aoristποικίλεποικίλτε, ποικίλετε
Part
izip
Presποικίλλοντας
Perfέχοντας ποικίλει
InfinAoristποικίλει








Griechische Definition zu ποικίλλω

ποικίλλω [pikílo] Ρ πρτ. ποίκιλλα, αόρ. ποίκιλα, απαρέμφ. ποικίλει, παθ. αόρ. ποικίλθηκα, απαρέμφ. ποικιλθεί, μππ. ποικιλμένος : 1. διακοσμώ κτ. με διάφορα σχέδια, χρώματα κτλ.: Φορεσιά ποικιλμένη με κεντήματα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ποικίλλω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15