ποθώ  Verb  [potho, pothw]

Ähnliche Bedeutung wie ποθώ


Beispielsätze ποθώ

... το 1939 και το δεύτερο για τον ρόλο της Μπλανς Ντυμπουά στο Λεωφορείον ο Πόθος (A Streetcar Named Desire) το 1951, υποδυόμενη δύο καλλονές του αμερικανικού ...

... Ευσεβής πόθος είναι η πίστη και η λήψη αποφάσεων που έχουν βάση αυτό που θα ήθελε να φαντάζεται κάποιος ότι συμβαίνει ή θα συμβεί και όχι τις αποδείξεις ...

... Το Λεωφορείον ο Πόθος (αγγλικά: A Streetcar named Desire) είναι ταινία του σκηνοθέτη Ελία Καζάν γυρισμένη το 1951. Βασίζεται στο ομώνυμο δράμα του Τένεσι ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ersehnen

... Die Suspiratio (von lat. suspirare: aufatmen, seufzen, ersehnen) ist eine musikalische Figur, die als der gezielte Einsatz von Pausen definiert wird. Durch ...

... geflochten sind. Sie vereinigt in sich viele Eigenschaften, die sich Kinder ersehnen. So hat sie ein eigenes Pferd, lebt allein in einem eigenen Haus, der Villa ...

... aus dem Jahr 1927. Wörtlich bedeutet der Titel (von lat. desiderare, „ersehnen“, „wünschen“) „das Ersehnte“ oder „ersehnte Dinge“. Der Verfasser Max Ehrmann ...

Quelle: Wikipedia

Grammatik


απρόσωπες εγκλίσεις
απαρέμφατο (αόριστος)
ποθήσει
μετοχή (ενεστώτας)
ποθώντας
προσωπικές εγκλίσεις
πρόσωπο singular plural
πρώτο δεύτερο τρίτο πρώτο δεύτερο τρίτο
οριστική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας ποθώ ποθείς ποθεί ποθούμε ποθείτε ποθούν
παρατατικός ποθούσα ποθούσες ποθούσε ποθούσαμε ποθούσατε ποθούσαν
αόριστος πόθησα πόθησες πόθησε ποθήσαμε ποθήσατε πόθησαν


περιφραστικοί
χρόνοι
εξακολουθητικός
μέλλοντας
θα ποθώ θα ποθείς θα ποθεί θα ποθούμε θα ποθείτε θα ποθούν
στιγμιαίος
μέλλοντας
θα ποθήσω θα ποθήσεις θα ποθήσει θα ποθήσουμε θα ποθήσετε θα ποθήσουν
παρακείμενος α' έχω ποθήσει έχεις ποθήσει έχει ποθήσει έχουμε ποθήσει έχετε ποθήσει έχουν ποθήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
υπερσυντέλικος α' είχα ποθήσει είχες ποθήσει είχε ποθήσει είχαμε ποθήσει είχατε ποθήσει είχαν ποθήσει
υπερσυντέλικος β' - - - - - -
συντελεσμένος
μέλλοντας α'
θα έχω ποθήσει θα έχεις ποθήσει θα έχει ποθήσει θα έχουμε ποθήσει θα έχετε ποθήσει θα έχουν ποθήσει
συντελεσμένος
μέλλοντας β'
- - - - - -
υποτακτική εγώ εσύ αυτός εμείς εσείς αυτοί
περιφραστικοί
χρόνοι
ενεστώτας να ποθώ να ποθείς να ποθεί να ποθούμε να ποθείτε να ποθούν
αόριστος να ποθήσω να ποθήσεις να ποθήσει να ποθήσουμε να ποθήσετε να ποθήσουν
παρακείμενος α' να έχω ποθήσει να έχεις ποθήσει να έχει ποθήσει να έχουμε ποθήσει να έχετε ποθήσει να έχουν ποθήσει
παρακείμενος β' - - - - - -
προστακτική - (εσύ) - - (εσείς) -
μονολεκτικοί
χρόνοι
ενεστώτας πόθει ποθείτε
αόριστος πόθησε ποθήστε




Griechische Definition zu ποθώ

ποθώ [poθó] .9α μπε. ποθούμενος* : 1. κατέχομαι από έντονη επιθυμία για κτ., λαχταρώ: Στο σουπερμάρκετ μπορείς να βρεις ό,τι ποθεί η ψυχή σου. || (ευχή) ό,τι ποθείς / ποθείτε, (ενν. εύχομαι να εκπληρωθεί). [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu ποθώ

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15