πνίγω  Verb  [pnigo, pniro, pnigw]

Ähnliche Bedeutung wie πνίγω


Beispielsätze πνίγω

... να νιώθει πως ασφυκτιά μεταφορικά. «Λεξικό της κοινής νεοελληνικής - πνίγω». Πύλη για την ελληνική γλώσσα. http://www.greek-language ...

... Το Κορίτσι που Πνίγεται (αγγλικά: Drowning Girl, επίσης γνωστό ως Κρυφές Καρδιές ή Δε με Νοιάζει! Καλύτερα να Πνιγώ) είναι Ποπ Αρτ πίνακας ζωγραφικής με ...

... από το ρήμα "άγχω" που σημαίνει: "σφίγγω με ιμάντα τον λαιμό κάποιου" ή "πνίγω κάποιον με βρόχο". Το όργανο (μέσον) αυτό συνήθως αποτελείται από δύο βασικές ...

Quelle: Wikipedia


Beispielsätze ertrinken

... Sorgen ertrinken nicht im Alkohol. Sie können schwimmen. ...

... In einem Meer von Schmerz ertrinken die einen, die anderen lernen darin schwimmen. ...

... Du hättest ertrinken können! ...

Quelle: Esperantostern, Esperantostern, Pfirsichbaeumchen

Grammatik


ΠΝΙΓΩ
I drown
AktivPassiv
SingularPluralSingularPlural
I
N
D
I
K
A
T
I
V
Präs
enz
πνίγωπνίγουμε, πνίγομεπνίγομαιπνιγόμαστε
πνίγειςπνίγετεπνίγεσαιπνίγεστε, πνιγόσαστε
πνίγειπνίγουν(ε)πνίγεταιπνίγονται
Imper
fekt
έπνιγαπνίγαμεπνιγόμουν(α)πνιγόμαστε, πνιγόμασταν
έπνιγεςπνίγατεπνιγόσουν(α)πνιγόσαστε, πνιγόσασταν
έπνιγεέπνιγαν, πνίγαν(ε)πνιγόταν(ε)πνίγονταν, πνιγόντανε, πνιγόντουσαν
Aoristέπνιξαπνίξαμεπνίγηκαπνιγήκαμε
έπνιξεςπνίξατεπνίγηκεςπνιγήκατε
έπνιξεέπνιξαν, πνίξαν(ε)πνίγηκεπνίγηκαν, πνιγήκαν(ε)
Per
fect
έχω πνίξει
έχω πνιγμένο
έχουμε πνίξει
έχουμε πνιγμένο
έχω πνιγεί
είμαι πνιγμένος, -η
έχουμε πνιγεί
είμαστε πνιγμένοι, -ες
έχεις πνίξει
έχεις πνιγμένο
έχετε πνίξει
έχετε πνιγμένο
έχεις πνιγεί
είσαι πνιγμένος, -η
έχετε πνιγεί
είστε πνιγμένοι, -ες
έχει πνίξει
έχει πνιγμένο
έχουν πνίξει
έχουν πνιγμένο
έχει πνιγεί
είναι πνιγμένος, -η, -ο
έχουν πνιγεί
είναι πνιγμένοι, -ες, -α
Plu
per
fect
είχα πνίξει
είχα πνιγμένο
είχαμε πνίξει
είχαμε πνιγμένο
είχα πνιγεί
ήμουν πνιγμένος, -η
είχαμε πνιγεί
ήμαστε πνιγμένοι, -ες
είχες πνίξει
είχες πνιγμένο
είχατε πνίξει
είχατε πνιγμένο
είχες πνιγεί
ήσουν πνιγμένος, -η
είχατε πνιγεί
ήσαστε πνιγμένοι, -ες
είχε πνίξει
είχε πνιγμένο
είχαν πνίξει
είχαν πνιγμένο
είχε πνιγεί
ήταν πνιγμένος, -η, -ο
είχαν πνιγεί
ήταν πνιγμένοι, -ες, -α
Fut
ur
Verlaufs-
form
θα πνίγωθα πνίγουμε, θα πνίγομεθα πνίγομαιθα πνιγόμαστε
θα πνίγειςθα πνίγετεθα πνίγεσαιθα πνίγεστε, θα πνιγόσαστε
θα πνίγειθα πνίγουν(ε)θα πνίγεταιθα πνίγονται
Fut
ur
θα πνίξωθα πνίξουμε, θα πνίξομεθα πνιγώθα πνιγούμε
θα πνίξειςθα πνίξετεθα πνιγείςθα πνιγείτε
θα πνίξειθα πνίξουν(ε)θα πνιγείθα πνιγούν(ε)
Fut
ur II
θα έχω πνίξει
θα έχω πνιγμένο
θα έχουμε πνίξει
θα έχουμε πνιγμένο
θα έχω πνιγεί
θα είμαι πνιγμένος, -η
θα έχουμε πνιγεί
θα είμαστε πνιγμένοι, -ες
θα έχεις πνίξει
θα έχεις πνιγμένο
θα έχετε πνίξει
θα έχετε πνιγμένο
θα έχεις πνιγεί
θα είσαι πνιγμένος, -η
θα έχετε πνιγεί
θα είστε πνιγμένοι, -ες
θα έχει πνίξει
θα έχει πνιγμένο
θα έχουν πνίξει
θα έχουν πνιγμένο
θα έχει πνιγεί
θα είναι πνιγμένος, -η, -ο
θα έχουν πνιγεί
θα είναι πνιγμένοι, -ες, -α
K
O
N
J
U
N
K
T
I
V
Präs
enz
να πνίγωνα πνίγουμε, να πνίγομενα πνίγομαινα πνιγόμαστε
να πνίγειςνα πνίγετενα πνίγεσαινα πνίγεστε, να πνιγόσαστε
να πνίγεινα πνίγουν(ε)να πνίγεταινα πνίγονται
Aoristνα πνίξωνα πνίξουμε, να πνίξομενα πνιγώνα πνιγούμε
να πνίξειςνα πνίξετενα πνιγείςνα πνιγείτε
να πνίξεινα πνίξουν(ε)να πνιγείνα πνιγούν(ε)
Perfνα έχω πνίξει
να έχω πνιγμένο
να έχουμε πνίξει
να έχουμε πνιγμένο
να έχω πνιγεί
να είμαι πνιγμένος, -η
να έχουμε πνιγεί
να είμαστε πνιγμένοι, -ες
να έχεις πνίξει
να έχεις πνιγμένο
να έχετε πνίξει
να έχετε πνιγμένο
να έχεις πνιγεί
να είσαι πνιγμένος, -η
να έχετε πνιγεί
να είστε πνιγμένοι, -ες
να έχει πνίξει
να έχει πνιγμένο
να έχουν πνίξει
να έχουν πνιγμένο
να έχει πνιγεί
να είναι πνιγμένος, -η, -ο
να έχουν πνιγεί
να είναι πνιγμένοι, -ες, -α
Imper
ativ
Presέπνιγεπνίγετεπνίγεστε
Aoristέπνιξεπνίξτε, πνίχτεπνίξουπνιγείτε
Part
izip
Presπνίγοντας
Perfέχοντας πνίξει, έχοντας πνιγμένοπνιγμένος, -η, -οπνιγμένοι, -ες, -α
InfinAoristπνίξειπνιγεί











Person Wortform
Präsens ich
du
er, sie, es überwuchert
Präteritum er, sie, es überwucherte
Konjunktiv II er, sie, es überwucherte
Imperativ Singular
Plural
Perfekt Partizip II Hilfsverb
überwuchert haben
Alle weiteren Formen: Flexion:überwuchern


Griechische Definition zu πνίγω

πνίγω [pníγo] -ομαι παθ. αόρ. και πνίγηκα, απαρέμφ. και πνιγεί : Iα. (για άνθρ. ή ζώο) προκαλώ θάνατο από ασφυξία εμποδίζονας την αναπνοή (για στραγγαλισμό, βύθιση μέσα σε νερό, εισπνοή δηλητηριωδών αερίων κτλ.): Tην έπνιξε με τα ίδια του τα χέρια / μ΄ ένα σκοινί / μ΄ ένα μαξιλάρι. H αλεπού έπνιξε τις κότες. Πνίγηκε στη θάλασσα / στο ποτάμι / ενώ κολυμπούσε. Πνίγηκε από τους καπνούς / από τις αναθυμιάσεις, έσκασε. || (προφ., ως απειλή): Φύγε, γιατί θα σε πνίξω! || (προφ.): Άντε πνίξου!, φύγε, παράτα με. Δεν πά(ει) να πνιγεί!, αδιαφορώ, δε με νοιάζει για κπ. ή για κτ. ΦΡ πνίγομαι σε μια κουταλιά νερό* / στα ρηχά*. ΠAΡ Ο πνιγμένος από τα μαλλιά* του πιάνεται. || (επέκτ.) εμποδίζω για λίγο την αναπνοή: M΄ έπνιξε ένα κόκαλο. Στραβοκατάπια και πνίγηκα. β. (για φυτά) εμποδίζω την ανάπτυξη: Tα ζιζάνια έπνιξαν τα στάχυα. II. (μτφ.) 1. εμποδίζω κτ. να εκδηλωθεί, να εκφραστεί: πνίγω τη φωνή / το βήχα / τον πόνο / τα συναισθήματά μου. πνίγω ένα χασμουρητό. πνίγω ένα σκάνδαλο / μια παρανομία, συγκαλύπτω. Έπνιξε μια βλαστήμια, που ανέβηκε στο στόμα του. Tο παχύ χαλί έπνιγε τον ήχο των βημάτων τους. Έπνιξε τον πόνο του στο κρασί. ΦΡ πνίγω κτ. στο αίμα, καταστέλλω βίαια: H ανταρσία / η επανάσταση πνίγηκε στο αίμα. [...]

http://www.greek-language.gr


Frage oder Kommentar zu πνίγω

Noch keine Fragen.



Was denkst Du?

Hast Du Ideen oder Vorschläge wie wir Greeklex verbessern können? Lass es uns wissen.


ResponsiveVoice-NonCommercial licensed under 95x15